alampasis@gmail.com

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Η επιχειρούμενη τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του νόμου περί «Προστασία των καταναλωτών»



1. Η παρ. β του άρθρου 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993  σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, ορίζει ότι: Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως: α)... β) "καταναλωτής": κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Περαιτέρω, το άρθρο 8 της ίδιας Οδηγίας, ορίζει ότι:  Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.

2. Η παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν 2251/1994 (νόμος περί προστασίας καταναλωτή, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993), μετά την τροποποίηση του με το Ν. 3587/2007 με την προσθήκη, με το άρθρο 1 § 5 του Ν 3587/2007, της περ. ββ στο άρθρο 1 § 4α του Ν 2251/1994, ορίζει ότι: α) Καταναλωτής, είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του.

3. Η επιχειρούμενη τροποποίηση και συμπλήρωση της παραπάνω διάταξης του νόμου περί «Προστασία των καταναλωτών» (ν. 2251/1994), επιχειρείται με πρόσθεση μετά το  άρθρο 1 του ν. 2251/94  άρθρου 1α ως εξής: “«καταναλωτής» είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα”. Κατόπιν της επιχειρούμενης τροποποίησης και συμπλήρωσης της παραπάνω διάταξης  ο ορισμός «καταναλωτής» διαφοροποιείται ΠΛΉΡΩΣ από τον ορισμό που ισχύει σήμερα, τόσο στο εθνικό όσο και στο ενωσιακό δίκαιο.

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Το ζήτημα της σώρευσης αναγνωριστικής αγωγής σε ανακοπή των άρθρων 632, 933


Ζητήθηκε με ανακοπή των άρθρων 632, 933 η ακύρωση της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή, με την οποία οφειλέτες από σύμβαση στεγαστικού δανείου επιτάσσονται να καταβάλουν  ποσό σε ελβετικά Φράγκα (CHF), προς ικανοποίηση απαίτησής της καθής Τράπεζας προερχομένης από σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ελβετικά Φράγκα (CHF).

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Η 1611/2017 απόφαση – σταθμός του Εφετείου Αθηνών


Οι ανακόπτοντες (νυν εκκαλούντες), με ανακοπή τους, την οποία απηύθυναν κατά της καθής η ανακοπή Τράπεζας (ήδη εφεσίβλητης) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησαν για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, την ακύρωση της πληττόμενης με την ανακοπή διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος τους, μετά από αίτηση της καθής Τράπεζας, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, ο μεν πρώτος εξ' αυτών ως πρωτοφειλέτης, ο δε δεύτερος ως εγγυητής, ποσό ελβετικών φράγκων στο ισάξιο τους σε ευρώ με την επίσημη ισοτιμία ελβετικού φράγκου (CHF - EURO), κατά την ημέρα πληρωμής τους.

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Επιχειρηματικά δάνεια: Ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από πρόδηλα σφάλματα της Δικαιοσύνης. Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το ζήτημα, αν ο όρος «καταναλωτής» περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, όταν οι τελευταίοι συνάπτουν συμβάσεις για τις επαγγελματικές τους ανάγκες


1. Αναφορικά με το νομικό ζήτημα σχετικά με το αν «καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης υπηρεσιών-προϊόντων Τράπεζας, αδιαφόρως αν αυτά προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση» ή αν «μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ίδιων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή», υφίσταται διάσταση απόψεων τόσο στην εθνική νομολογία όσο και στη θεωρία. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη στην νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ και που αποτελεί την πλειοψηφία των αποφάσεων που εκδόθηκαν, «ουσιαστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό του συμβαλλόμενου, ως καταναλωτή πρέπει να είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του αποδέκτη του αγαθού, ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Επομένως, μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο, εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικούς ασθενέστερο μέρος. Η ηθελημένη από τις διατάξεις αυτές ιδιαίτερη προστασία δεν δικαιολογείται στη περίπτωση συμβάσεων που έχουν ως σκοπό την επαγγελματική δραστηριότητα. (…) εννοιολογικός πυρήνας του ορισμού του καταναλωτή, αποτελεί η μη ικανοποίηση, επαγγελματικών αναγκών με τη σύναψη της σύμβασης. Συνεπώς, ο όρος καταναλωτής περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, εφόσον οι τελευταίοι συνάπτουν συμβάσεις για τις ιδιωτικές τους ανάγκες». Πρόκειται για πεπλανημένες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Η ΑΠΆΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΆΝΕΙΑ ΣΕ ΕΛΒΕΤΙΚΌ ΦΡΆΓΚΟ


Για πέμπτο συνεχή χρόνο σέρνεται στα ελληνικά δικαστήρια το μέγα καταναλωτικό σκάνδαλο των δάνειων σε ελβετικό Φράγκο. Μετά από χιλιάδες αγωγές και αρκετές δικαστικές αποφάσεις που κάνουν δεκτές αγωγές (αν και ελάχιστες ποσοστιαία σε σύγκριση με τις χιλιάδες που απορρίπτονται), τα δικαστήρια διυλίζουν τον κώνωπα, μετατρέποντας σε σίριαλ ένα ζήτημα που λύνεται σε δύο γραμμές: "Βάσει της ΠΔΤΕ 2501/2002 οι τράπεζες είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν τους δανειολήπτες για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου. Συνεπώς η (όποια) ζημιά είναι όλη των τραπεζών". Ωστόσο από τις αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί ΚΑΜΊΑ  δεν κάνει ρητή μνεία στην ΠΔΤΕ 2501/2002 με ρητή αναφορά στην παρ. 2 στοιχ. χϊ, που αποτελεί τον πυρήνα της υπόθεσης. Αν είχαμε δει τέτοια απόφαση θα μιλούσαμε για δικαίωση των δανειοληπτών που δανειστήκαν σε ελβετικό φράγκο. Τα παραπάνω ισχύουν και για τις Διαταγές Πληρωμής από Συμβάσεις Δανείων σε Συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου. Τα Πρωτοδικεία  εκδώσαν χιλιάδες διαταγές πληρωμής κατά δανειοληπτών, ΔΙΧΩΣ από τα έγγραφα που οι τράπεζες προσκόμισαν να προκύπτει ότι τήρησαν την υποχρέωση να ενημερώσουν τους δανειολήπτες, για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου που απορρέει από την παρ. 2 στοιχ. χϊ της ΠΔΤΕ 2501/2002.

Δανειολήπτης που έχασε το σπίτι του λόγω καταχρηστικής ρήτρας περί ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου σε σύμβαση δανείου σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, παραπονέθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή  ότι τα ελληνικά δικαστήρια δεν εφαρμόζουν την οδηγία 93/13/ΕΟΚ, βάσει της οποίας, όπως ερμηνεύεται σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αποτιμούν ΑΥΤΕΠΑΓΓΈΛΤΩΣ (με δική τους πρωτοβουλία) κατά πόσον οι τυποποιημένες ρήτρες συμβάσεων είναι δίκαιες και να κηρύττουν άκυρες όσες είναι καταχρηστικές, βοηθώντας με τον τρόπο αυτό τους καταναλωτές/πολίτες. Ότι ο εθνικός δικαστής που επιλήφθηκε της αιτήσεως για την έκδοση της διαταγής πληρωμής όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας όταν διέθετε όλα τα προς τούτο αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία, τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περί ανάληψης από τον καταναλωτή συναλλαγματικού κινδύνου σε σύμβαση  δανείου σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η ελάχιστη ενημέρωση για την δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας (παρ. 2 στοιχ. χϊ ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002).  Ότι ο δικαστής όφειλε να ΑΡΝΗΘΕΊ την έκδοση Διαταγής Πληρωμής ΠΡΙΝ ακόμη ο δανειολήπτης  ασκήσει ανακοπή (υπόθεση C-618/10, Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino). Ότι τα δικαστήρια σε Αθήνα και Βόλο που δίκασαν τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων  όφειλαν να εξακριβώσουν αυτεπαγγέλτως ποιοι είναι οι εθνικοί κανόνες δικαίου που έχουν εφαρμογή στις  συμβάσεις  δανείων σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου και να διατάξουν την αναστολή εκτέλεσης τόσο της διαταγής πληρωμής όσο και κάθε πράξης εκτέλεσης, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και, ιδίως, την ελάχιστη ενημέρωση σχετικά με τη δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας (παρ. 2 στοιχ. χϊ ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002) στην περίπτωση δανείων σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος, και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το ελληνικό δίκαιο μεθόδους ερμηνείας, να διασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 και να καταλήξουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή (υπόθεση C-618/10, Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino, και απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2012, C 282/10, Dominguez). Ότι η έκδοση της Διαταγής Πληρωμής και η απόρριψη των αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης, δίχως να προηγηθεί αυτεπάγγελτος και προληπτικός δικαστικός έλεγχος του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί ανάληψης από τον καταναλωτή συναλλαγματικού κινδύνου σε σύμβαση δανείου σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, παραβιάζει ΚΑΤΑΦΩΡΑ το κοινοτικό δίκαιο, επειδή η σχετική Διαταγή Πληρωμής και οι απορριπτικές αποφάσεις επί των αιτήσεων αναστολής εκδοθήκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ, Brasserie du pêcheur και Factortame). Πρόκειται δλδ για πεπλανημένες δικαστικές αποφάσεις της ελληνικής Δικαιοσύνης που εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Με βάση τις παραπάνω πρακτικές που, κατά την άποψη του πελάτη μου, συνιστούν παράβαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα, αφού η προσβολή  συνίσταται, σε  μια εκτεταμένη δικαστική πρακτική που ωφελεί τις Τράπεζες επί ζημία των δανειοληπτών, πρακτική που δεν είναι σύμφωνη προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποβλήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2016 έγγραφη καταγγελία προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με θέμα: «Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, και ιδιαιτέρως των κανόνων του ανταγωνισμού, στις σχέσεις της Ελλάδας με τις τέσσερις συστημικές Τράπεζες στις οποίες χορηγείται (ατύπως) ειδικά διαφοροποιημένη μεταχείριση τους από τα εθνικά δικαστήρια, κατά τη δικαστική επιδίωξη είσπραξης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, που καθιστούν δυσχερή την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, και ιδίως του άρθρου 86 της Συνθήκης. Παραβίαση των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, λόγω  ευνοϊκής μεταχείρισης των ελληνικών συστημικών τραπεζών από  τα εθνικά  δικαστήρια, με έκδοση αποφάσεων (υπέρ των τραπεζών) που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδίδονται κατά προφανή αντίθεση προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας καταναλωτών)». (η καταγγελία εδώ)

1) Επί του παραπάνω σκέλους της καταγγελίας , η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είπε ότι,

«Παρόλο που ρητά ισχυρίζεστε παραβίαση των άρθρων 106 και 107 της ΣΛΕΕ από την Ελλάδα, δεν παρέχετε καμία περαιτέρω εξήγηση στην καταγγελία σας ως προς το σε τι θα μπορούσαν να συνίστανται αυτές οι παραβιάσεις. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι δεν έχετε εκθέσει τους προβληματισμούς σας όσον αφορά τον ανταγωνισμό, μας είναι αδύνατο να προχωρήσουμε σε εκτίμηση.».

2) Επί του σκέλους της καταγγελίας σχετικά με την υποχρέωση αυτεπάγγελτου  και προληπτικού  ελέγχου από τα ελληνικά δικαστήρια του καταχρηστικού χαρακτήρα των όρων σε συμβάσεις  δανείων σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είπε ότι,

Α) «Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), “το άρθρο 6 παρ. 1, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες στις καταναλωτικές συμβάσεις, πρέπει να ερμηνεύεται με την έννοια ότι μια καταχρηστική συμβατική ρήτρα δεν είναι δεσμευτική για τον καταναλωτή, και δεν είναι απαραίτητο, εν προκειμένω, για τον εν λόγω καταναλωτή να έχει επιτυχώς προσβάλει την εγκυρότητα μιας τέτοιας ρήτρας εκ των προτέρων. [..] Το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας, όπου αυτό έχει στη διάθεσή του τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που είναι αναγκαία για αυτό το σκοπό. Όταν κρίνει ότι μια τέτοια ρήτρα είναι καταχρηστική, οφείλει να μην την εφαρμόζει, εκτός εάν ο καταναλωτής αντιτίθεται σε αυτή τη μη εφαρμογή. […]”».

Β) «Η προαναφερθείσα υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα των όρων των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές έχει επίσης επιβεβαιωθεί από το ΔΕΕ όσον αφορά έναν συγκεκριμένο τύπο δικαστικής διαδικασίας, όπως είναι η διαδικασία για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Επιπλέον, σύμφωνα με το ΔΕΕ αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι μία καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ ενός πωλητή ή προμηθευτή και ενός καταναλωτή είναι άκυρη, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να έχει δικαίωμα – κατ’ αρχήν – από την εθνική νομοθεσία να τροποποιήσει τη σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο της εν λόγω ρήτρας».

[Σημείωση δική μου: Κατόπιν των προεκτεθέντων, η ζημιά από την ισοτιμία Ευρώ/ελβετικού Φράγκου είναι ΟΛΗ της Τράπεζας. Δεν μπορούν τα ελληνικά δικαστήρια να αναθεωρήσουν τις συμβάσεις των καταναλωτών με τις τράπεζες, ούτε να συμπληρώσουν τη σύμβαση ΜΟΙΡΆΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΖΗΜΙΆ μεταξύ τραπεζών και καταναλωτών, διότι αυτό ΑΝΤΙΒΑΊΝΕΙ στο άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013. «Μη δυνατότητα τροποποίησης από τα ελληνικά δικαστήρια ρήτρας περί ανάληψης  συναλλαγματικού κινδύνου» , σημαίνει ότι, τα ελληνικά δικαστήρια ΔΕΝ μπορούν  να τροποποιήσουν  (ΕΜΜΈΣΩΣ ή ΑΜΈΣΩΣ) τις συμβάσεις δανείων σε ελβετικό Φράγκο , πχ καταλογίζοντας συνυπαιτιότητα στους δανειολήπτες αναφορικά με «την υποχρέωση του καταναλωτή να  επιδείξει την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να δείξει» , ούτε, ασφαλώς,  τυχόν τέτοιος δικανικός συλλογισμός περί …. «προσοχής» και… «υπευθυνότητας» κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, δύναται να  εκληφθεί  από τη νομοθετική  εξουσία  ως ΈΜΜΕΣΗ δικαστική τροποποίηση της  σύμβασης, αναθεωρώντας η πολιτεία  (νομοθετικά) το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης, διότι τα παραπάνω ΑΝΤΙΒΑΊΝΟΥΝ στο άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013. Τέλος, από τη διατύπωση του απαντητικού εγγράφου της Ε.Ε. σύμφωνα με την οποία,  «(…) αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι μία καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ ενός πωλητή ή προμηθευτή και ενός καταναλωτή είναι άκυρη, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να έχει δικαίωμα – κατ’ αρχήν – από την εθνική νομοθεσία να τροποποιήσει τη σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο της εν λόγω ρήτρας», προκύπτει ότι τα  ελληνικά δικαστήρια ΕΊΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΈΝΑ, κατά το άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013, ΝΑ ΜΗΝ εφαρμόσουν τυχόν νόμο του ελληνικού κράτους που ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΊ ρήτρα περί ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου σε  συμβάσεις   δανείων σε ελβετικό Φράγκο, εφόσον το  εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η ενλόγω καταχρηστική ρήτρα είναι άκυρη]

Γ) «Όσον αφορά την αξιολόγηση των ειδικών συμβατικών όρων, θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι στην Υπόθεση C-26/13 «Árpád Kásler» το ΔΕΕ αναφέρει ότι “[...] το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι όσον αφορά συμβατική ρήτρα, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η απαίτηση περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των ρητρών επιβάλλει όχι μόνο οι ρήτρες να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη, αλλά επιπλέον η σύμβαση να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος που προβλέπει η επίμαχη ρήτρα καθώς και τη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες που τα ανωτέρω συνεπάγονται γι’ αυτόν.”

«Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερθείσα νομολογία του ΔΕΕ και όλες τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσής σας να καθορίσει αν οι συμβατικές ρήτρες που περιλαμβάνονται στη σύμβαση δανείου που έχετε συνάψει με την Τράπεζα πληρούν τα κριτήρια για να χαρακτηριστούν ως καταχρηστικές σύμφωνα με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, όπως έχουν μεταφερθεί στην ελληνική εθνική έννομη τάξη».

Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  στην αγγλική γλώσσα (πρωτότυπο) , εδώ


Ακριβής μετάφραση της απάντησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  στην ελληνική γλώσσα, εδώ

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Το δρόμο για τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια παίρνουν τα δάνεια σε ελβετικό Φράγκο. Αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου, για ηθική βλάβη, λόγω πεπλανημένων δικαστικών αποφάσεων (έκδοση διαταγής πληρωμής, απόρριψη ασφαλιστικών μέτρων κλπ), που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο. Προδικαστικά ερωτήματα που ο δανειολήπτης υποβάλλει. Καταγγελία προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα δάνεια σε ελβετικό Φράγκο


Η αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου για δάνεια σε ελβετικό Φράγκο, ΕΔΩ

Λόγος ανακοπής/λόγος εφέσεως/ ισχυρισμός αγωγικού δικογράφου βάσει της οδηγίας 1993/13/ΕΟΚ, που δεσμεύει τα ελληνικά δικαστήρια, και  προδικαστικά ερωτήματα (για την έκδοση προδικαστικής απόφασης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο) που ο δανειολήπτης υποβάλλει στη δίκη της ανακοπής/αναγνωριστικής αγωγής, ΕΔΩ

Η καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΔΩ

Περίληψη (μη νομική γλώσσα) 

Το κοινοτικό δίκαιο επιβάλει στα δικαστήρια των κρατών μελών να κάνουν προληπτικό και αυτεπάγγελτο έλεγχο των συμβάσεων. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επιβάλει στα ελληνικά δικαστήρια να αποτιμούν ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ (με δική τους πρωτοβουλία) κατά πόσον οι προδιατυπωμένοι όροι τραπεζικών  συμβάσεων είναι δίκαιοι και να κηρύττουν άκυρους όσους είναι καταχρηστικοί, βοηθώντας με τον τρόπο αυτό τους καταναλωτές/πολίτες.

Ο προληπτικός και αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος οφείλει να γίνεται ΧΩΡΊΣ να το ζητήσει ο δανειολήπτης. Το κυριότερο όμως  είναι ότι οφείλει να γίνεται ΠΡΙΝ την έκδοση διαταγής πληρωμής. Η διαταγή πληρωμής ΔΕΝ πρέπει να εκδίδεται αν η σύμβαση περιέχει άκυρους όρους. Αυτό ακριβώς προβλέπει και η ελληνική δικονομία.

Τα παραπάνω ισχύουν και στις δίκες της ανακοπής, της αγωγής και της έφεσης. Το κοινοτικό δίκαιο και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επιτάσσουν προληπτικό και αυτεπάγγελτο έλεγχο της σύμβασης. Αυτό σημαίνει ότι δικηγόρος του δανειολήπτη είναι ΠΡΏΤΑ το δικαστήριο. Ότι το δικαστήριο είναι εκείνο που μεριμνά για την κήρυξη των παράνομων όρων της σύμβασης  ως άκυρων • ο ρόλος του δικηγόρου, η κατάρτιση του δικηγόρου, το σωστό δικόγραφο κλπ είναι ζητήματα  δευτερεύοντα.

Προσοχή το εξής σημαντικό: Ο δικαστής οσάκις κηρύσσει την ακυρότητα  καταχρηστικού όρου σύμβασης δανείου ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να συμπληρώσει την ενλόγω σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο του άκυρου όρου, διότι αυτό ΑΝΤΙΒΑΙΝΕΙ στο κοινοτικό δίκαιο – συγκεκριμένα στο άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013. Για να το καταλάβεις θα φέρω σαν παράδειγμα τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Στα δάνεια αυτά οι τράπεζες δεν τήρησαν την υποχρέωση ενημέρωσης από την  ΠΔΤΕ 2501/2002. Βάσει αυτής οι τράπεζες είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν τους δανειολήπτες για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου. Δοθέντος ότι δεν ενημέρωναν , ο όρος των συμβάσεων των δανείων σε ελβετικό φράγκο που προβλέπει ότι «ο δανειολήπτης αναλαμβάνει ΟΛΌΚΛΗΡΟ τον κίνδυνο από την ισοτιμία» είναι ΆΚΥΡΟΣ. Συνεπώς η ζημιά είναι όλη των τραπεζών. Αν τώρα (υποθετικά) οι τράπεζες πίεζαν τη Δικαιοσύνη ώστε με δικαστική απόφαση η ζημιά να μοιραστεί (πχ 70% ζημιά στους δανειολήπτες , 30% στην Τράπεζα), αυτό ΔΕΝ θα μπορούσε να γίνει, επειδή το δικαστήριο ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΊ να τροποποιήσει τη σύμβαση. Αυτό που το δικαστήριο μπορεί ΜΟΝΟ να κάνει, είναι να ελέγξει ΑΝ Η ΣΎΜΒΑΣΗ ΜΠΟΡΕΊ ΝΑ ΣΥΝΕΧΊΣΕΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΊ ΧΩΡΊΣ ΤΟΝ ΆΚΥΡΟ ΟΡΟ (π.χ στα δάνεια σε ελβετικό δεν μπορεί η σύμβαση να σταθεί χωρίς τον άκυρο όρο). Τα παραπάνω ισχύουν για ΟΛΑ τα δάνεια.

Τι θα συμβεί στην περίπτωση που τα ελληνικά δικαστήρια δεν κάνουν αυτεπάγγελτο και προληπτικό έλεγχο της σύμβασης και εκδοθεί εναντίον σου διαταγή πληρωμής από σύμβαση που περιέχει άκυρους όρους, ή σου απορριφθεί αγωγή/ανακοπή/έφεση/ασφαλιστικά, επειδή το δικαστήριο δεν έλεγξε τη σύμβαση. Αν λοιπόν δεν προηγηθεί δικαστικός έλεγχος και μπεις σε δικαστική ταλαιπωρία (δικηγόροι, δίκες, έξοδα κλπ) , ή ακόμα χειρότερα αν χάσεις το σπίτι σου από σύμβαση που περιέχει άκυρους όρους, τότε βάσει ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΊΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΎ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ΔΙΚΑΙΟΎΣΑΙ ΑΠΟΖΗΜΊΩΣΗΣ ΑΠΌ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΚΡΆΤΟΣ. Για πράξεις και παραλείψεις των δικαστηρίων ευθύνεται το ελληνικό κράτος.

Σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω περιπτώσεις δικαιούσαι να κάνεις αγωγή στο ελληνικό δημόσιο. Η αγωγή πάει στα διοικητικά δικαστήρια. Στο τέλος της διαδικασίας η υπόθεση θα κριθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Αν η αγωγή σου απορριφθεί (στο σύνολό της ή εν μέρει) τότε δικαιούσαι να πας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Ελλάδα υποχρεούται να σε αποζημιώσει αν προσβλήθηκε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας (π.χ έχασες σπίτι ή λεφτά σε δικηγόρους και δικαστήρια, επειδή δεν έγινε προληπτικός και αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος σύμβασης δανείου που περιέχει άκυρους όρους). Για παράδειγμα, με την απόφαση Dulaurans κατά Γαλλίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποχρέωσε το γαλλικό Δημόσιο να καταβάλει στον προσφεύγοντα 100.000 γαλλικά φράγκα για την υλική και ηθική βλάβη και 50.000 γαλλικά φράγκα για έξοδα και δαπάνες, για τις ζημίες που υπέστη ο ζημιωθείς πολίτης προκληθείσες από πεπλανημένες δικαστικές αποφάσεις.

Νομική ανάλυση

- Το δρόμο για τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια παίρνουν τα δάνεια σε ελβετικό Φράγκο.

- Αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου, ύψους 180.000 Ευρώ, για  ηθική βλάβη (α) λόγω της απώλειας ακινήτου δανειολήπτη από δάνειο σε ελβετικό Φράγκο, και (β) για τον μακροχρόνιο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα που ξεκίνησε, λόγω  πεπλανημένων δικαστικών αποφάσεων της ελληνικής Δικαιοσύνης (έκδοση διαταγής πληρωμής, απόρριψη ασφαλιστικών μέτρων κλπ),  που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

- Λόγος ανακοπής/λόγος εφέσεως/ ισχυρισμός αγωγικού δικογράφου βάσει της οδηγίας 1993/13/ΕΟΚ, που δεσμεύει τα ελληνικά δικαστήρια.

- Προδικαστικά ερωτήματα που ο δανειολήπτης υποβάλλει στη δίκη της ανακοπής/αναγνωριστικής αγωγής. Προδικαστικά ερωτήματα με την αγωγή/έφεση/αναίρεση στην αποζημιωτική αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου στα διοικητικά δικαστήρια.

- Καταγγελία προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με θέμα: Παραβίαση των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, λόγω  ευνοϊκής μεταχείρισης των ελληνικών συστημικών τραπεζών από  τα εθνικά  δικαστήρια, με έκδοση αποφάσεων (υπέρ των τραπεζών) που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδίδονται κατά προφανή αντίθεση προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας καταναλωτών).

Ιστορικό

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Δάνεια σε ελβετικό Φράγκο: Η 5582/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)


Το κείμενο της απόφασης εδώ

1) Πιθανολογήθηκε από το δικαστήριο ότι o προδιατυπωμένος από την Τράπεζα όρος, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης δανείου η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να μετατρέπει το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής σε Ευρώ, με τον οποίο (όρο) επιρρίφθηκε στους δανειολήπτες o συναλλαγματικός κίνδυνος, είναι αόριστος και ασαφής και ως εκ τούτου καταχρηστικός και άκυρος.

2) Πιθανολογήθηκε ότι η Τράπεζα παρέλειψε επιπλέον να  ενημερώσει τους δανειολήπτες για τη δυνατότητα αγοράς προγράμματος ασφάλειας - αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου, το οποίο θα τους προστάτευε, σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής της ισοτιμίας σε βάρος του Ευρώ. Πρόκειται για τη σημαντικότερη κρίση του δικαστηρίου, για τον εξής λόγο: οι Τράπεζες είχαν ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ να ενημερώσουν τους δανειολήπτες  για τις μεθόδους ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ, που θα μπορούσαν να τους θωρακίσουν πλήρως από τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο εκτέθηκαν, τόσο σε επίπεδο δόσης όσο και άληκτου κεφαλαίου. Στην παρ. β  της ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002 (ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ) ορίζεται ότι, "Ειδικά για τις χορηγήσεις (δάνεια) θα πρέπει οι υποψήφιοι πελάτες να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην περίπτωση δανείων σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος (παρ. 2 στοιχ. χ') και για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ  χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή και των επιτοκίων (παρ. 2 στοιχ. χϊ)".

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Δεν συντρέχει περίπτωση συνάψεως συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, όταν η συνδέουσα τα συμβαλλόμενα μέρη, έννομη σχέση, δεν είναι τραπεζικό άνοιγμα πιστώσεως, αλλά αντιθέτως, κοινός δανεισμός


Στην περίπτωση κατά την οποία, δεν είναι επιτρεπτό οι δοσοληψίες των  συμβαλλόμενων μέρων δανειολήπτη και Τράπεζας, να εξυπηρετούνται μέσω αλληλόχρεου λογαριασμού, η τήρηση αυτού δεν είναι σύννομη, και τούτο, ανεξάρτητα από την τυχόν ύπαρξη ή μη σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών, κατά τα οριζόμενα σε προδιατυπωμένη τραπεζική σύμβαση δανεισμού. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση συνάψεως συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, όταν η συνδέουσα τα συμβαλλόμενα μέρη, έννομη σχέση, δεν είναι τραπεζικό άνοιγμα πιστώσεως, αλλά αντιθέτως, κοινός δανεισμός, όταν, δηλαδή, η μεν δανείστρια τραπεζική εταιρεία, εφάπαξ ή τμηματικά, καταβάλει το ποσό του δανείου στον δανειολήπτη, ο δε τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το επιστρέψει, ομοίως, εφάπαξ ή τμηματικά.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Υποχρεωτικός ο προληπτικός δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας σύμβασης συναφθείσας μεταξύ τράπεζας και καταναλωτή πριν την έκδοση διαταγής πληρωμής


- Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)  με την απόφασή του της 14ης Ιουνίου 2012 στην υπόθεση C-618/10, Banco Espahol de SA κατά Joaquin Calderon Camino, ως προς τους  καταχρηστικούς όρους  μιας σύμβασης δανείου στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής και τις αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου αποφάνθηκε ότι:

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Πρακτικές παραβίασης της ιδιωτικότητας από το facebook: Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις λειτουργίες "last active" και "seen" του Facebook


Το "last active" στην εφαρμογή  facebook mobile για smartphones:  Είναι η χρονική σφραγίδα (time stamp) στην εφαρμογή facebook mobile , από την οποία οι φίλοι σου πληροφορούνται, χωρίς την έγκρισή σου, την τελευταία  σύνδεση ("last active") που έκανες στο facebook από το κινητό σου τηλέφωνο (εικόνα 1).

Το "seen" στα μηνύματα του facebook messenger:  Πρόκειται για τη  λειτουργία «διαβάστηκε» ("seen") στα μηνύματα που ανταλλάσεις με τους φίλους σου στο facebook, από την οποία οι φίλοι σου πληροφορούνται, χωρίς την έγκρισή σου, τον ακριβή χρόνο που το μήνυμα αναγνώστηκε (εικόνα 2).

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Η δίκη για τη διαγραφή δικηγόρου από τα μητρώα του Ταμείου Νομικών. Αίτηση για τη λήψη μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Η 846/2016 απόφαση του Διοικητικού πρωτοδικείου Αθηνών (Αλαμπάσης κατά Ταμείου Νομικών)


Ο προσφεύγων δικηγόρος επέδωσα στο καθού Ταμείο («ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. -Τ.Α.Ν.)  την από 10 Σεπτεμβρίου 2014 εξώδικη δήλωση – αίτηση, με αίτημα να αναγνωριστεί ο χρόνος προϋπηρεσίας μου ως μη συντάξιμος καθώς και η μη απονομή των πάσης φύσεως παροχών, δι’ αποφάσεως του προϊσταμένου των Υπηρεσιών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, λόγω ασκήσεως του δικαιώματος διαγραφής μου από τα μητρώα του Οργανισμού όταν μεταβλήθηκαν τα περιστατικά από ασυνήθιστα γεγονότα, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ, που είχαν ως  αποτέλεσμα την οικονομική κατάρρευση του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, κατά τρόπο που οι απρόβλεπτες συνθήκες που συντρέχουν να καθιστούν για εμένα, ως συμβληθέντα  ασφαλισμένο,  την οφειλόμενη παροχή υπέρμετρα επαχθή.  [η εξώδικη δήλωση - αίτηση εδώ].

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Η εκκρεμοδικία στη δίκη της ανακοπής, όταν η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής έχει προηγηθεί της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής. Η δικαιοδοτική κρίση των δικαστηρίων που δικάζουν την ανακοπή και, (α) απορρίπτουν το λόγο ανακοπής περί εκκρεμοδικίας, (β) αναστέλλουν τη συζήτηση κατ' άρθρ. 249 ΚΠολΔ


Όταν με λόγο της ανακοπής και δη κατά την κύρια βάση αυτού, ο ανακόπτων εκθέτει, ότι η ανακοπτόμενη διαταγή  πληρωμής, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε ο ίδιος να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα οφειλόμενο ποσό  πλέον τόκων και εξόδων, βάσει σύμβασης τραπεζικού δανείου, πρέπει ν' ακυρωθεί, διότι, αναφορικά με τον καθορισμό του ύψους του οφειλόμενου από την ανωτέρω σύμβαση, έχει ήδη ασκήσει προηγουμένως (ο ανακόπτων) αγωγή ενώπιον αρμόδιου κατά τόπο και καθ' ύλην Δικαστηρίου, με την οποία (αγωγή) αυτός ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι η οφειλή του έναντι της καθ' ης από την ίδια ως άνω σύμβαση Τράπεζας, βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ανέρχεται σε ποσό μικρότερο λόγω εφαρμογής άκυρων ΓΟΣ στην πληττόμενη (με την αγωγή) σύμβαση και ότι, συνεπώς, υφίσταται εκκρεμοδικία από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής, που κατέστησε απαράδεκτη τη μεταγενέστερη «εκδίκαση» της αίτησης για την  έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, τότε -κατά την άποψή μου - ισχύουν τα κάτωθι:

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Απόφαση 152/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου: Η εκκρεμοδικία στη δίκη της ανακοπής


Οι ανακόπτοντες, με την ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που δημοσιεύω, και για τους λόγους που ειδικότερα εκτέθηκαν σε αυτήν, ζήτησαν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής  του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης τράπεζα, ποσό πλέον τόκων και εξόδων ως κατάλοιπο οριστικώς κλεισθέντος ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, καθώς και  της αντίστοιχης επιταγής προς πληρωμή, επί τη βάσει της οποίας επισπεύδεται εις βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση. 

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Απόφαση 874/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σημαντική απόφαση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο


1) Κρίθηκε από το δικαστήριο ότι o προδιατυττωμένος από την Τράπεζα όρος, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης δανείου η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να μετατρέπει το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής σε Ευρώ, με τον οποίο (όρο) επιρρίφθηκε στους δανειολήπτες o συναλλαγματικός κίνδυνος, είναι αόριστος και ασαφής και ως εκ τούτου καταχρηστικός και άκυρος. Αναφορικά με τον άκυρο εν λόγω όρο, η ακριβής κρίση του δικαστηρίου έχει ως εξής: « … μέσω του όρου σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης δανείου η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να μετατρέπει το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής σε Ευρώ, είχε τη μονομερή δυνατότητα σε περίπτωση καταγγελίας να επιλέξει την πληρωμή στο νόμισμα που θα την συνέφερε περισσότερο, βγαίνοντας κερδισμένη σε κάθε περίπτωση».

2) Με το παραπάνω δεδομένο, κρίθηκε επίσης ότι η ακυρότητα του όρου αυτού συμπαρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη τη σύμβαση, κατά τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ.

3) Κρίθηκε επίσης ότι η Τράπεζα παρέλειψε επιπλέον να  ενημερώσει τους δανειολήπτες για τη δυνατότητα αγοράς προγράμματος ασφάλειας - αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου, το οποίο θα τους προστάτευε, σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής της ισοτιμίας σε βάρος του Ευρώ. Πρόκειται για τη σημαντικότερη κρίση του δικαστηρίου, για τον εξής λόγο: οι Τράπεζες είχαν ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ να ενημερώσουν τους δανειολήπτες  για τις μεθόδους ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ, που θα μπορούσαν να τους θωρακίσουν πλήρως από τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο εκτέθηκαν, τόσο σε επίπεδο δόσης όσο και άληκτου κεφαλαίου. Στην παρ. β  του ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002 (ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ) ορίζεται ότι, "Ειδικά για τις χορηγήσεις (δάνεια) θα πρέπει οι υποψήφιοι πελάτες να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην περίπτωση δανείων σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος (παρ. 2 στοιχ. χ') και για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ  χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή και των επιτοκίων (παρ. 2 στοιχ. χϊ)".

4) Ως προς την ιδιότητα του δικηγόρου ενός εκ των δανειοληπτών, και τον ισχυρισμό της τράπεζας ότι  λόγω των νομικών γνώσεών της θα μπορούσε να αντιληφθεί τον κίνδυνο, το δικαστήριο έκρινε ως εξής: οι αιτούντες δεν είχαν κάποια σύνδεση με το αλλοδαπό νόμισμα, ούτε διέθεταν εισόδημα σε ελβετικά φράγκα, αφού  ο 1ος από αυτούς διατηρεί ατομική επιχείρηση και η 2η είναι δικηγόρος στην Κομοτηνή. Ακόμη και εάν υποτεθεί ότι η 2η, λόγω των νομικών γνώσεών της, θα μπορούσε να αντιληφθεί τον κίνδυνο ακόμη και χωρίς την εκπλήρωση της υποχρέωσης πληροφόρησης εκ μέρους της Τράπεζας, όπως η Τράπεζα  αντέτεινε, και πάλι *δεν διέθετε ειδικές γνώσεις αναφορικά με τους νομισματικούς κανόνες, τις συνθήκες της αγοράς  και το κόστος του χρήματος*, ενώ εκτιμάται ότι οι όποιες αμφιβολίες οποιουδήποτε — μη ασχολούμενου με το οικονομικό/τραπεζικό σύστημα δανειολήπτη θα μπορούσαν να καμφθούν μπροστά στις διαβεβαιώσεις του εκπροσώπου της Τράπεζας, ως έμπειρου και *εκ των έσω γνώστη* της σχετικής  αγοράς.
---------------------------
Οι ανακόπτοντες αιτήθηκαν την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος τους από σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο, ιστορώντας ότι δυνάμει σύμβασής τους με την Τράπεζα συμφωνήθηκε η χορήγηση στεγαστικού δανείου ποσού 200.000 ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor 360 ημερών, ενώ επακολούθησε  η σύναψη τροποποιητικής πράξης με την οποία το ανεξόφλητο ποσό  μετατράπηκε σε ελβετικά φράγκα, με βάση την ισοτιμία της ημερομηνίας μετατροπής. 

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Απόφαση 99/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών: Η εκκρεμοδικία στη δίκη της ανακοπής


Οι ανακόπτοντες, με την ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που δημοσιεύω, και για τους λόγους που ειδικότερα εκτέθηκαν σε αυτήν, ζήτησαν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής  του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης τράπεζα, ποσό πλέον τόκων και εξόδων ως κατάλοιπο οριστικώς κλεισθέντος ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, καθώς και  της αντίστοιχης επιταγής προς πληρωμή, επί τη βάσει της οποίας επισπεύδεται εις βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση.

Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε απαραδέκτως και είναι άκυρη λόγω υφιστάμενης εκκρεμοδικίας διότι η συζήτηση κατά την ημερομηνία της  αιτήσεως για της έκδοσή της έγινε μετά την άσκηση  της τακτικής αγωγής τους σε βάρος της καθ' ης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ και στηρίζεται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία και η συζήτηση της οποίας εκκρεμεί για την προσδιορισθείσα δικάσιμο στο ως άνω δικαστήριο.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Η ΔΊΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΓΡΑΦΉ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΊΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΑΜΕΊΟ ΠΟΥ ΤΟΝ "ΑΣΦΑΛΊΖΕΙ"


- Αίτηση για τη διαγραφή «αυτοασφαλιζόμενου» (δικηγόρου) από τα μητρώα του Κρατικού Συνταξιοδοτικού Φορέα υποχρεωτικής Ασφάλισης (Ταμείο Νομικών). Η αίτησή μου εδώ

-Η απόφαση του Ταμείου Νομικών με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για τη  διαγραφή μου από τα μητρώα του Ταμείου, εδώ

-Προσφυγή με αίτημα τη διαγραφή δικηγόρου από τα μητρώα του Κρατικού Συνταξιοδοτικού Φορέα υποχρεωτικής Ασφάλισης (Ταμείο Νομικών). Διεκδίκηση του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής Συνταξιοδοτικού Ασφαλιστικού Οργανισμού. Η προσφυγή κατατέθηκε στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών στις 12/11/2014.  Η προσφυγή μου εδώ

-Αίτηση για τη λήψη μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Αίτημα, να υποχρεωθεί το Ταμείο Νομικών να αναγνωρίσει ότι, δεν υπάγομαι στην ασφάλιση του «Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ)» ανεξαρτήτως αν είμαι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ) και να διαγραφώ από τα μητρώα του, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την αντίστοιχη προσφυγή μου. Η αίτηση για τη λήψη μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, κατατέθηκε στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών στις 08/01/2016. Η αίτηση εδώ

- Τα σχετικά της δικογραφίας έγγραφα, εδώ

Οι κοινωνικοασφαλιστικοί οργανισμοί  λειτουργούν στη βάση μιας στρεβλής διαγενεακής αλληλεγγύης που στηρίζεται (αποκλειστικά) στην αρχή των τρεχουσών πληρωμών, δηλαδή οι σημερινοί εργαζόμενοι καταβάλλουν τις εισφορές από τις οποίες χρηματοδοτούνται οι τρέχουσες συντάξεις , μεταξύ δε αυτών και περίπου 2 δισεκατομμύρια το χρόνο σε συνταξιούχους κάτω των 55 ετών (!!), γεγονός που αναιρεί την αλληλεγγύη των γενεών, δεδομένου ότι δεν διασφαλίζονται διαχρονικά «ίδια οφέλη» για τους μελλοντικούς συνταξιούχους.

Με δεδομένο ότι απέναντι μας έχουμε ένα ανάλγητο κράτος, ένα κράτος - εχθρό του,  πανταχόθεν βαλλόμενου, αυτοαπασχολούμενου, η υποχρέωση προσφυγής της γενιάς μας στη Δικαιοσύνη κρίνεται αναγκαία. Η γενιά μας έχει υποχρέωση να διεκδικήσει το αυτονόητο: τη διαγραφή μας από τους λεηλατημένους κοινωνικοασφαλιστικούς (δήθεν) οργανισμούς, ούτως ώστε στα πλαίσια των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων μας, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς μας, της συμμετοχής μας στην οικονομική ζωή της χώρας και το επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα συνταξιοδότησής μας, να αναζητήσουμε τον Κοινωνικοασφαλιστικό Οργανισμό της επιλογής μας, με αποκλειστικό κριτήριο την προσδοκία απονομής σύνταξης, ώστε να διασφαλιστεί κατά το δυνατόν, η ασφάλεια και η αξιοπρέπεια στην τρίτη ηλικία μας.

Η δημοσίευση των δικογράφων της προσφυγής και της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αποσκοπεί στη διευκόλυνση εκείνων που θα αποφασίσουν στραφούν δικαστικά κατά των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, αμφισβητώντας το «δικαίωμα» του κράτους να λεηλατεί την περιουσία τους.


Η μάχη του ασφαλιστικού, είναι η μάχη της γενιάς μας.

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Επιχειρηματικά δάνεια: ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από πρόδηλα σφάλματα της Δικαιοσύνης


1. Στο άρθρο 1 παρ. 4 Ν 2251/1994, μετά την τροποποίηση του με το Ν. 3587/2007 με την προσθήκη, με το άρθρο 1 § 5 του Ν 3587/2007, της περ. ββ στο άρθρο 1 § 4α του Ν 2251/1994, ορίζεται, ότι  α) Καταναλωτής, είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του [Προϊσχύουσα μορφή άρθρου: «α Καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προιόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προιόντων ή υπηρεσιών εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους»].

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Τραπεζικά δάνεια. Η ιστορική 257/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω


Επί αόριστης και  μη εκκαθαρισμένης απαίτησης,  εφόσον αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη Διαταγή Πληρωμής  εκδόθηκε επί τη βάσει άκυρων όρων της επίμαχης συμβάσεως, ενόψει της υποχρέωσης της καθ'ης η ανακοπή για τον επανακαθορισμό της οφειλής της, δέον όπως η πληττόμενη Διαταγή πληρωμής να ακυρώνεται  στο σύνολό της και όχι κατά το άκυρο μόνο μέρος της [ΑΚ 181]. Κατά τα ανωτέρω, η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές μέρος δεν είναι ισχυρή, διότι συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλά ιδίως η καθ'ης - απέβλεπε σ' αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο.

Με την κρινομένη αίτηση  ο αιτών ζήτησε να διαταχθεί άνευ όρων ή, για τους αναφερόμενους στην αίτηση αναστολής λόγους , αναστολή της πληττόμενης με την ανακοπή διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ ής  οφειλόμενο σε ελβετικά Φράγκα ποσό για κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων, για την απαίτηση της καθ ης  από  σύμβαση στατιστικού δανείου σε ελβετικά Φράγκα.

Ο αιτών με τους λόγους της ανακοπής του αμφισβήτησε το ύψος της  απαίτησης που υποχρεούται να καταβάλει στην καθ' ης, ισχυριζόμενος -μεταξύ των  άλλων ισχυρισμών που προβάλλονται για  τις παράνομες απαιτήσεις των  τραπεζών  από  συμβάσεις δανείων σε ελβετικά Φράγκα- , ότι: α) η καθ' ης με βάση τους όρους της σύμβασης παρανόμως υπολογίζει τόκους με βάση έτος 360 ημερών αντί  365 ημερών, γεγονός που τους προσαυξάνει πέραν των νομίμων τόκων κατά  ποσό που ο αιτών προσδιορίζει με την ανακοπή του επ’ ακριβώς και β) ότι οι όροι της συμβάσεως  που επιτρέπουν τον ανατοκισμό, όχι μόνον των καθυστερούμενων τόκων αλλά και των φόρων, επιβαρύνσεων, εισφορών ή άλλων προμηθειών, μεταξύ των οποίων και η εισφορά του Ν. 128/1975, είναι άκυροι ως καταχρηστικοί.

Περαιτέρω,  δεδομένης της φύσεως των Γενικών Όρων Συναλλαγών, οι οποίοι είναι πάντοτε προδιατυπωμένοι, πόσο μάλλον αυτών που προδιατυπώνουν οι τράπεζες, καθίσταται σαφές ότι οι τράπεζες αποσκοπούν στη σύναψη της σύμβασης ως ενιαίο σύνολο, μη επιδεχόμενης επ’ αυτής καμίας διαπραγμάτευσης και συνεπώς συνάγεται με βεβαιότητα ότι η καθ’ ης δε θα είχε επιχειρήσει  τη σύναψη της σύμβασης χωρίς το  άκυρο μέρος. Τούτων δοθέντων , βάσει (και) του άρθρου 181 ΑΚ, ζητήθηκε  να ακυρωθεί  η πληττόμενη διαταγή πληρωμής   στο σύνολό της  (“ακυρότητα μέρους επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, εάν συνάγεται ότι δε θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος”).

Πιθανολογήθηκαν από το Δικαστήριο τα εξής:

- Ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει, στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/ 1994. Με το να υπολογίζεσαι το επιτόκιο σε 360 ημέρες ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό γνήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Όταν η τράπεζα διασπά εντελώς τεχνητά και κατ’ αποκλεισμό των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (έτος| στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργεί μια πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή - δανειολήπτη, ο οποίος πλέον (όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση το έτος 360 ημέρες) για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με κατά 1,3889% περισσότερους τόκους. Το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα και κατ επιταγή της Κοινοτικής Οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΎΑ 21-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β" 255/8.3.2001) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον κατ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου.

Η παροχή πιστώσεων επιβαρύνεται κατά κανόνα, με την λεγομένη ειδική εισφορά του Νόμου 128/1975, που αποτελεί ουσιαστικά οικονο­μικό βάρος - φόρο, με υποκείμενο τα πιστωτικά ιδρύματα και αντικείμενο τις πάσης φύσεως απαιτήσεις τους από την παροχή πιστώσεων και τρόπο υ­πολογισμού τον ίδιο με εκείνο των τόκων. Ο φόρος αυτός, καταβαλλόμενος από τις Τράπεζες στην Τράπεζα της Ελλάδος και φερόμενος σε πίστωση ει­δικού λογαριασμού, εισπράττεται από το Δημόσιο, αποτελώντας έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού. Σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και την πάγια στη θεωρία και νομολογία θέση, η επιβάρυνση των τραπεζικών εργασιών με την εισφορά του Νόμου 128/1975 και η μετακύλιση αυτής στον τελικό αποδέκτη είναι σύννομη, αρκεί να ανα­φέρεται η αιτία απαλλαγής της Τράπεζας από την υποχρέωσή της προς κα­ταβολή της εισφοράς του Νόμου 128/1975, αφού, το καθοριζόμενο στο Νόμο 128/1975 μοναδικό, σαφές υποκείμενο απόδοσης της εισφοράς του Νόμου 128/75 στην Τράπεζα της Ελλάδος, είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Ωστόσο, αν και είναι δυνατή διά συμβάσεως η ανάληψη εκ μέρους τρίτου προσώπου της υποχρέωσης καταβολής της εισφοράς του Νόμου 128/1975, δεν πρόκειται για αναδοχή χρέους, διότι απαιτείται σύμβαση μεταξύ του δανειστή (Τράπεζα της Ελλάδος) και του τρίτου (δανειολήπτη), αλλά – κατ’ άρθρο 478 του Αστικού Κώδικα - μόνο για απλή υπόσχεση ελευθερώσεως. Έτσι, στην περίπτωση συμβατικής μετακύλισης της εισφοράς του Νόμου 128/75, η συμφωνία ελευθερώσεως είναι άκυρη αν δεν προβλέπεται από τη σύμβαση αιτία επιδόσεως ως προς τη συγκεκριμένη παροχή. Εξ άλ­λου η συμφωνία ελευθερώσεως της Τρά­πεζας από τη σχετική υποχρέωση της προς απόδοση της εισφοράς του Νόμος 128/1975 είναι αιτιώδης και απαιτεί αναφορά στη σχετική σύμβαση της αιτίας απαλλαγής της Τράπεζας, αλλιώς, η συμφωνία μετακύλισης της εισφο­ράς στον πιστολήπτη πελάτη της Τράπεζας είναι άκυρη. Η σύμβαση αυτή όμως είναι αιτιώδης, σε αντίθεση με τη σωρευτική ή τη στερητική αναδοχή χρέους, σε κάθε δε περί­πτωση υπόκειται σε έλεγχο μέσω των γενικών ρητρών του Αστικού Κώδικα, ιδίως των άρθρων 174 και 281. Έτσι, στην περίπτωση της εισφοράς του Νόμου 128/1975, η συμφωνία ελευθερώσεως είναι άκυρη αν δεν προβλέπεται από τη σύμβαση αιτία επιδόσεως ως προς τη συγκεκριμένη παροχή. Μετακυλώντας η τράπεζα στον καταναλωτή, δίχως τους ανωτέρω όρους, την εισφορά του Νόμου 128/1975, μη νόμιμα επιβαρύνθηκαν οι λογαριασμοί που τηρήθηκαν για τη λειτουργία της δανειακής σύμβασης.

- H απαίτηση της καθής είναι μη εκκαθαρισμένη, περαιτέρω είναι και αόριστη, η δε προσβαλλόμενη Διαταγή Πληρωμής εκδόθηκε επί τη βάσει άκυρων όρων της επίμαχης συμβάσεως και άρα ενόψει της υποχρέωσης της καθ'ης η ανακοπή για τον επανακαθορισμό της οφειλής της, δέον όπως η πληττόμενη Διαταγή πληρωμής να ακυρωθεί στο σύνολο της και όχι κατά το άκυρο μόνο μέρος της. Περαιτέρω κατά το άρθρο 181 ΑΚ, η ακυρότητα κάποιου όρου της σύμβασης συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου μέρους αυτής και όχι ολόκληρης, εκτός αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (181 Α.Κ.). Κατά τα ανωτέρω, η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές μέρος είναι ισχυρή, εκτός αν συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλά απέβλεπαν σ' αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο (Βαθρακοκοίλης αρθ. 181 σελ. 773). Στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για αναζήτηση κατά το χρόνο της κατάρτισης των συμβάσεων της υποθετικής βούλησης των μερών, δηλαδή της βούλησης που θα είχαν αυτά αν γνώριζαν την ακυρότητα του άκυρου μέρους και όχι για ερμηνεία της βούλησης τους αφού αυτή είναι δεδομένη ότι κατευθυνόταν στη σύναψη της όλης δικαιοπραξίας (Βαθρακοκοίλης αρθ. 181 σελ 773). Προϋποτίθεται συνεπώς άγνοια των μερών, κατά το χρόνο σύναψης της δικαιοπραξίας, της ακυρότητας του μέρους γιατί αν τη γνώριζαν, η γνώση τους υποδηλώνει βούληση για τη ισχύ του άκυρου μέρους και συνεπώς η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο μέρος είναι ισχυρή, χωρίς την επίκληση του άνω κανόνα. Από τα ανωτέρω καταδείχτηκε η ακυρότητα του αναφερόμενου όρου της επίμαχης συμβάσεως. Τούτα κρίθηκαν με την 1219/2001 ΑΠ και κατέστησαν στην καθ ης γνωστά, ήδη από τις 22 Ιουνίου 2001 (ημερομηνία δημοσίευσης της ΑΠ 1219/2001).

Όσον αφορά δε τον αιτούντα, την ακυρότητα του ως άνω όρου της επίμαχης συμβάσεως , αγνοούσε μέχρι και το χρόνο της επίδοσης της διαταγής πληρωμής.  Το γεγονός της ανυπαίτιας άγνοιας των άκυρων όρων (περί επιτοκίου ανώτερου του νομίμου και προσαύξησης του επιτοκίου με το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/75 και χρέωσης προμηθειών) είναι για τον κοινό μέσο άνθρωπο αυτονόητο, αφού για τον απλό πολίτη είναι αδιανόητο να παρακολουθεί στενά τη νομολογία, και είναι επίσης αδιανόητο είναι να κατανοήσει τους δυσνόητους νομικούς και οικονομικούς όρους της επίμαχης σύμβασης (όπως γιατί ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει αρχή της διαφάνειας, τι είναι η εισφορά του ν. 128/1975 και ποιες οι προϋποθέσεις της σύννομης μετακύλισης της στον καταναλωτή, τι είναι τραπεζικό επιτόκιο και τι εξωτραπεζικό επιτόκιο, τι σημαίνει ανατοκισμός των τόκων της εισφοράς του ν. 128/1975, ποια η έκταση των εφαρμοστέων διατάξεων του νόμου, κλπ). Συνεπώς, η «γνώση» του πολίτη επ' αυτών των δυσνόητων οικονομικών και νομικών εννοιών, δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό, ότι επέρχεται κατά το χρόνο που λόγω της ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης θα απευθυνθεί σε δικηγόρο. Επομένως, συνάγεται σαφώς ότι, η σύναψη της σύμβασης δεν θα είχε επιχειρηθεί (Ιδίως από την Τράπεζα) χωρίς το άκυρο μέρος Δεδομένης δε της φύσεως των ΓΟΣ οι οποίοι είναι πάντοτε προδιατυπωμένοι, πόσο μάλλον αυτών που προδιατυπώνουν οι Τράπεζες, καθίσταται σαφές, ότι οι Τράπεζες αποσκοπούν στη σύναψη της σύμβασης ως ενιαίο σύνολο, μη επιδεχόμενων επ' αυτού καμία διαπραγμάτευση και συνεπώς συνάγεται με βεβαιότητα ότι η καθής δεν θα είχε επιχειρήσει τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως χωρίς το άκυρο μέρος της. 

Κατά τα ανωτέρω, η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές μέρος δεν είναι ισχυρή, διότι συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλά ιδίως η καθ'ης - απέβλεπε σ' αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Η διακρίβωση της κατά το χρόνο της σύναψης της δικαιοπραξίας «υποτιθέμενης» βούλησης των μερών (και Ιδίως της καθ' ης), συνάγεται με βεβαιότητα από τα περιστατικά όπως αυτά καταδεικνύονται από την επί σειρά ετών συμπεριφορά των Τραπεζών ήτοι, τη διαχρονική πλέον πρακτική της μονομερούς και άνευ διαπραγμάτευσης επιβολής -άκυρων ως επί το πλείστον-ΓΟΣ χωρίς τους οποίους οι Τράπεζες αρνούνται να συμβληθούν με τους δανειολήπτες Περαιτέρω, η «υποτιθέμενη» βούληση της καθ' ης συνάγεται και από το σκοπό που επιδιώκει που δεν είναι άλλος από το εμπορικό κέρδος. Στην προκείμενη μάλιστα περίπτωση, δεν απαιτείται καν να αναζητηθεί η κατά το χρόνο της κατάρτισης υποθετική βούληση των μερών, δηλαδή η βούληση που θα είχε ο αιτών αν γνώριζε την ακυρότητα του μέρους της σύμβασης, γιατί απλά η βούληση δεν είναι υποθετική, αλλά βεβαία. Αυτή (βούληση) προκύπτει από τη   διαχρονική πρακτική των συνθηκών υπό τις οποίες οι τράπεζες συμβάλλονται με τους καταναλωτές. Κατά συνέπεια ολόκληρη η ένδικη σύμβαση επί της οποίας ερείδεται η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, είναι άκυρη, αφού είναι βέβαιο ότι η καθής δεν θα προχωρούσε στην σύναψη της χωρίς τους ΓΟΣ που κρίθηκαν κατά τα ανωτέρω άκυροι.

Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης εδώ

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Επαγγελματικά δάνεια. Απόφαση 13/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών


Ανακοπή κατά διαταγής  πληρωμής από σύμβαση τραπεζικής πίστωσης για ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις.

- Οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 εφαρμόζονται ευθέως ή κατ' αναλογία κατά τον έλεγχο των τραπεζικών ΓΟΣ και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο πελάτης συναλλάσσεται με την Τράπεζα στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή και της εμπορικής του ιδιότητας, αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια εις βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη της Τράπεζας.

- Καταναλωτής θεωρείται και ο εγγυητής σε σύμβαση με την οποία χορηγείται πίστωση σε έμπορο από Τράπεζα για να καλύψει τις χρηματικές ανάγκες του ως τελικός αποδέκτης υπηρεσιών για να τις καταναλώσει και όχι να τις προσφέρει περαιτέρω με αντάλλαγμα και όταν συνάπτει συναλλαγές που είναι βοηθητικές για τη συγκεκριμένη εμπορική του δραστηριότητα . Ο έλεγχος που επιβάλλει ο νόμος 2251/ 1994 έχει σκοπό την προστασία του καταναλωτή, ως τέτοιου νοουμένου όχι μόνο του πελάτη της Τράπεζας, ο οποίος είναι ο πιστολήπτης, αλλά και του εγγυητή του, ο οποίος δεν είναι πελάτης και συνεπώς αποδέκτης των υπηρεσιών της Τράπεζας, διότι, ενόψει της φύσης της εγγύησης ως παρεπόμενης της πίστωσης σύμβασης και της άρνησης των Τραπεζών να καταρτίσουν τη σύμβαση παροχής πίστωσης αν η εγγύηση δεν προσλάβει το περιεχόμενο που αυτές προτείνουν, καθίσταμαι αντιφατικό να μην έχει και ο εγγυητής την ιδιότητα του καταναλωτή.

- Τα αποσπάσματα και τα φωτοαντίγραφα από τα εμπορικά βιβλία της τράπεζας για να αποτελούν πλήρη απόδειξη, πρέπει να περιέχουν και να αναφέρουν το ποσό των τόκων και το επιτόκιο, ήτοι χωριστά το ποσό των συμβατικών και το επιτόκιο υπολογισμού αυτών και χωριστά των τόκων υπερημερίας και το επιτόκιο υπολογισμού αυτών, ώστε να προκύπτουν αναλυτικά οι χρεώσεις και να μπορεί αυτές να ελεγχθούν για την ορθότητά τους από τον πελάτη. Τα αποσπάσματα από τα βιβλία της τράπεζας πρέπει κατ' ελάχιστο περιεχόμενο να περιέχουν τα ανωτέρω στοιχεία (ποσά των τόκων και το επιτόκιο, ήτοι χωριστά το ποσό των συμβατικών και τo επιτόκιο υπολογισμού αυτών και χωριστά των τόκων υπερημερίας και το επιτόκιο υπολογισμού αυτών).

- Όταν ο λόγος της ανακοπής συνίσταται  σε έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης για την έκδοση της διαταγής, δηλαδή ο λόγος της ανακοπής έχει αρνητικό χαρακτήρα, αρκεί για το ορισμένο αυτού να προκύπτει η ελλείπουσα νόμιμη προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής .

- Αν ο λόγος της ανακοπής είναι τυπικός όπως συμβαίνει με αυτόν της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και του ποσού αυτής τότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ' αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής.

- Ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει, στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/ 1994. Με το να υπολογίζεσαι το επιτόκιο σε 360 ημέρες ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό γνήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Όταν η τράπεζα διασπά εντελώς τεχνητά και κατ’ αποκλεισμό των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (έτος| στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργεί μια πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή - δανειολήπτη, ο οποίος πλέον (όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση το έτος 360 ημέρες) για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με κατά 1,3889% περισσότερους τόκους. Το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα και κατ επιταγή της Κοινοτικής Οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΎΑ 21-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β" 255/8.3.2001) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον κατ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου.

- Δεν είναι νόμιμος ο ανατοκισμός της εισφοράς του Ν. 128/1975  και τούτο γιατί, τόσο κατά το προϊσχύσαν (βλ άρθρο 8 περ. 6 Ν 1083/1980 και υπ’ αριθμ. 289/1980 απόφαση της νομισματικής επιτροπής) όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 12 Ν 2601/1998, άρθρο 30 Ν 2783/2000, άρθρο 47 Ν 2783/2000, άρθρο 42 Ν 2912/2001 και άρθρο 39 Ν 3259/2004), ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι των φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών, ενώ κάθε αντίθετη σύμβαση είναι αντίθετη στις παραπάνω διατάξεις και ελέγχεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 174, 178, 179 του ΑΚ.


Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης εδώ