alampasis@gmail.com

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Επιχειρηματικά δάνεια: ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από πρόδηλα σφάλματα της Δικαιοσύνης


1. Στο άρθρο 1 παρ. 4 Ν 2251/1994, μετά την τροποποίηση του με το Ν. 3587/2007 με την προσθήκη, με το άρθρο 1 § 5 του Ν 3587/2007, της περ. ββ στο άρθρο 1 § 4α του Ν 2251/1994, ορίζεται, ότι  α) Καταναλωτής, είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του [Προϊσχύουσα μορφή άρθρου: «α Καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προιόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προιόντων ή υπηρεσιών εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους»].

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Τραπεζικά δάνεια. Η ιστορική 257/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω


Επί αόριστης και  μη εκκαθαρισμένης απαίτησης,  εφόσον αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη Διαταγή Πληρωμής  εκδόθηκε επί τη βάσει άκυρων όρων της επίμαχης συμβάσεως, ενόψει της υποχρέωσης της καθ'ης η ανακοπή για τον επανακαθορισμό της οφειλής της, δέον όπως η πληττόμενη Διαταγή πληρωμής να ακυρώνεται  στο σύνολό της και όχι κατά το άκυρο μόνο μέρος της [ΑΚ 181]. Κατά τα ανωτέρω, η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές μέρος δεν είναι ισχυρή, διότι συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλά ιδίως η καθ'ης - απέβλεπε σ' αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο.

Με την κρινομένη αίτηση  ο αιτών ζήτησε να διαταχθεί άνευ όρων ή, για τους αναφερόμενους στην αίτηση αναστολής λόγους , αναστολή της πληττόμενης με την ανακοπή διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ ής  οφειλόμενο σε ελβετικά Φράγκα ποσό για κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων, για την απαίτηση της καθ ης  από  σύμβαση στατιστικού δανείου σε ελβετικά Φράγκα.

Ο αιτών με τους λόγους της ανακοπής του αμφισβήτησε το ύψος της  απαίτησης που υποχρεούται να καταβάλει στην καθ' ης, ισχυριζόμενος -μεταξύ των  άλλων ισχυρισμών που προβάλλονται για  τις παράνομες απαιτήσεις των  τραπεζών  από  συμβάσεις δανείων σε ελβετικά Φράγκα- , ότι: α) η καθ' ης με βάση τους όρους της σύμβασης παρανόμως υπολογίζει τόκους με βάση έτος 360 ημερών αντί  365 ημερών, γεγονός που τους προσαυξάνει πέραν των νομίμων τόκων κατά  ποσό που ο αιτών προσδιορίζει με την ανακοπή του επ’ ακριβώς και β) ότι οι όροι της συμβάσεως  που επιτρέπουν τον ανατοκισμό, όχι μόνον των καθυστερούμενων τόκων αλλά και των φόρων, επιβαρύνσεων, εισφορών ή άλλων προμηθειών, μεταξύ των οποίων και η εισφορά του Ν. 128/1975, είναι άκυροι ως καταχρηστικοί.

Περαιτέρω,  δεδομένης της φύσεως των Γενικών Όρων Συναλλαγών, οι οποίοι είναι πάντοτε προδιατυπωμένοι, πόσο μάλλον αυτών που προδιατυπώνουν οι τράπεζες, καθίσταται σαφές ότι οι τράπεζες αποσκοπούν στη σύναψη της σύμβασης ως ενιαίο σύνολο, μη επιδεχόμενης επ’ αυτής καμίας διαπραγμάτευσης και συνεπώς συνάγεται με βεβαιότητα ότι η καθ’ ης δε θα είχε επιχειρήσει  τη σύναψη της σύμβασης χωρίς το  άκυρο μέρος. Τούτων δοθέντων , βάσει (και) του άρθρου 181 ΑΚ, ζητήθηκε  να ακυρωθεί  η πληττόμενη διαταγή πληρωμής   στο σύνολό της  (“ακυρότητα μέρους επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, εάν συνάγεται ότι δε θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος”).

Πιθανολογήθηκαν από το Δικαστήριο τα εξής:

- Ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει, στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/ 1994. Με το να υπολογίζεσαι το επιτόκιο σε 360 ημέρες ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό γνήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Όταν η τράπεζα διασπά εντελώς τεχνητά και κατ’ αποκλεισμό των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (έτος| στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργεί μια πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή - δανειολήπτη, ο οποίος πλέον (όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση το έτος 360 ημέρες) για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με κατά 1,3889% περισσότερους τόκους. Το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα και κατ επιταγή της Κοινοτικής Οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΎΑ 21-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β" 255/8.3.2001) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον κατ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου.

Η παροχή πιστώσεων επιβαρύνεται κατά κανόνα, με την λεγομένη ειδική εισφορά του Νόμου 128/1975, που αποτελεί ουσιαστικά οικονο­μικό βάρος - φόρο, με υποκείμενο τα πιστωτικά ιδρύματα και αντικείμενο τις πάσης φύσεως απαιτήσεις τους από την παροχή πιστώσεων και τρόπο υ­πολογισμού τον ίδιο με εκείνο των τόκων. Ο φόρος αυτός, καταβαλλόμενος από τις Τράπεζες στην Τράπεζα της Ελλάδος και φερόμενος σε πίστωση ει­δικού λογαριασμού, εισπράττεται από το Δημόσιο, αποτελώντας έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού. Σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και την πάγια στη θεωρία και νομολογία θέση, η επιβάρυνση των τραπεζικών εργασιών με την εισφορά του Νόμου 128/1975 και η μετακύλιση αυτής στον τελικό αποδέκτη είναι σύννομη, αρκεί να ανα­φέρεται η αιτία απαλλαγής της Τράπεζας από την υποχρέωσή της προς κα­ταβολή της εισφοράς του Νόμου 128/1975, αφού, το καθοριζόμενο στο Νόμο 128/1975 μοναδικό, σαφές υποκείμενο απόδοσης της εισφοράς του Νόμου 128/75 στην Τράπεζα της Ελλάδος, είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Ωστόσο, αν και είναι δυνατή διά συμβάσεως η ανάληψη εκ μέρους τρίτου προσώπου της υποχρέωσης καταβολής της εισφοράς του Νόμου 128/1975, δεν πρόκειται για αναδοχή χρέους, διότι απαιτείται σύμβαση μεταξύ του δανειστή (Τράπεζα της Ελλάδος) και του τρίτου (δανειολήπτη), αλλά – κατ’ άρθρο 478 του Αστικού Κώδικα - μόνο για απλή υπόσχεση ελευθερώσεως. Έτσι, στην περίπτωση συμβατικής μετακύλισης της εισφοράς του Νόμου 128/75, η συμφωνία ελευθερώσεως είναι άκυρη αν δεν προβλέπεται από τη σύμβαση αιτία επιδόσεως ως προς τη συγκεκριμένη παροχή. Εξ άλ­λου η συμφωνία ελευθερώσεως της Τρά­πεζας από τη σχετική υποχρέωση της προς απόδοση της εισφοράς του Νόμος 128/1975 είναι αιτιώδης και απαιτεί αναφορά στη σχετική σύμβαση της αιτίας απαλλαγής της Τράπεζας, αλλιώς, η συμφωνία μετακύλισης της εισφο­ράς στον πιστολήπτη πελάτη της Τράπεζας είναι άκυρη. Η σύμβαση αυτή όμως είναι αιτιώδης, σε αντίθεση με τη σωρευτική ή τη στερητική αναδοχή χρέους, σε κάθε δε περί­πτωση υπόκειται σε έλεγχο μέσω των γενικών ρητρών του Αστικού Κώδικα, ιδίως των άρθρων 174 και 281. Έτσι, στην περίπτωση της εισφοράς του Νόμου 128/1975, η συμφωνία ελευθερώσεως είναι άκυρη αν δεν προβλέπεται από τη σύμβαση αιτία επιδόσεως ως προς τη συγκεκριμένη παροχή. Μετακυλώντας η τράπεζα στον καταναλωτή, δίχως τους ανωτέρω όρους, την εισφορά του Νόμου 128/1975, μη νόμιμα επιβαρύνθηκαν οι λογαριασμοί που τηρήθηκαν για τη λειτουργία της δανειακής σύμβασης.

- H απαίτηση της καθής είναι μη εκκαθαρισμένη, περαιτέρω είναι και αόριστη, η δε προσβαλλόμενη Διαταγή Πληρωμής εκδόθηκε επί τη βάσει άκυρων όρων της επίμαχης συμβάσεως και άρα ενόψει της υποχρέωσης της καθ'ης η ανακοπή για τον επανακαθορισμό της οφειλής της, δέον όπως η πληττόμενη Διαταγή πληρωμής να ακυρωθεί στο σύνολο της και όχι κατά το άκυρο μόνο μέρος της. Περαιτέρω κατά το άρθρο 181 ΑΚ, η ακυρότητα κάποιου όρου της σύμβασης συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου μέρους αυτής και όχι ολόκληρης, εκτός αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (181 Α.Κ.). Κατά τα ανωτέρω, η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές μέρος είναι ισχυρή, εκτός αν συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλά απέβλεπαν σ' αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο (Βαθρακοκοίλης αρθ. 181 σελ. 773). Στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για αναζήτηση κατά το χρόνο της κατάρτισης των συμβάσεων της υποθετικής βούλησης των μερών, δηλαδή της βούλησης που θα είχαν αυτά αν γνώριζαν την ακυρότητα του άκυρου μέρους και όχι για ερμηνεία της βούλησης τους αφού αυτή είναι δεδομένη ότι κατευθυνόταν στη σύναψη της όλης δικαιοπραξίας (Βαθρακοκοίλης αρθ. 181 σελ 773). Προϋποτίθεται συνεπώς άγνοια των μερών, κατά το χρόνο σύναψης της δικαιοπραξίας, της ακυρότητας του μέρους γιατί αν τη γνώριζαν, η γνώση τους υποδηλώνει βούληση για τη ισχύ του άκυρου μέρους και συνεπώς η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο μέρος είναι ισχυρή, χωρίς την επίκληση του άνω κανόνα. Από τα ανωτέρω καταδείχτηκε η ακυρότητα του αναφερόμενου όρου της επίμαχης συμβάσεως. Τούτα κρίθηκαν με την 1219/2001 ΑΠ και κατέστησαν στην καθ ης γνωστά, ήδη από τις 22 Ιουνίου 2001 (ημερομηνία δημοσίευσης της ΑΠ 1219/2001).

Όσον αφορά δε τον αιτούντα, την ακυρότητα του ως άνω όρου της επίμαχης συμβάσεως , αγνοούσε μέχρι και το χρόνο της επίδοσης της διαταγής πληρωμής.  Το γεγονός της ανυπαίτιας άγνοιας των άκυρων όρων (περί επιτοκίου ανώτερου του νομίμου και προσαύξησης του επιτοκίου με το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/75 και χρέωσης προμηθειών) είναι για τον κοινό μέσο άνθρωπο αυτονόητο, αφού για τον απλό πολίτη είναι αδιανόητο να παρακολουθεί στενά τη νομολογία, και είναι επίσης αδιανόητο είναι να κατανοήσει τους δυσνόητους νομικούς και οικονομικούς όρους της επίμαχης σύμβασης (όπως γιατί ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει αρχή της διαφάνειας, τι είναι η εισφορά του ν. 128/1975 και ποιες οι προϋποθέσεις της σύννομης μετακύλισης της στον καταναλωτή, τι είναι τραπεζικό επιτόκιο και τι εξωτραπεζικό επιτόκιο, τι σημαίνει ανατοκισμός των τόκων της εισφοράς του ν. 128/1975, ποια η έκταση των εφαρμοστέων διατάξεων του νόμου, κλπ). Συνεπώς, η «γνώση» του πολίτη επ' αυτών των δυσνόητων οικονομικών και νομικών εννοιών, δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό, ότι επέρχεται κατά το χρόνο που λόγω της ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης θα απευθυνθεί σε δικηγόρο. Επομένως, συνάγεται σαφώς ότι, η σύναψη της σύμβασης δεν θα είχε επιχειρηθεί (Ιδίως από την Τράπεζα) χωρίς το άκυρο μέρος Δεδομένης δε της φύσεως των ΓΟΣ οι οποίοι είναι πάντοτε προδιατυπωμένοι, πόσο μάλλον αυτών που προδιατυπώνουν οι Τράπεζες, καθίσταται σαφές, ότι οι Τράπεζες αποσκοπούν στη σύναψη της σύμβασης ως ενιαίο σύνολο, μη επιδεχόμενων επ' αυτού καμία διαπραγμάτευση και συνεπώς συνάγεται με βεβαιότητα ότι η καθής δεν θα είχε επιχειρήσει τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως χωρίς το άκυρο μέρος της. 

Κατά τα ανωτέρω, η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές μέρος δεν είναι ισχυρή, διότι συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλά ιδίως η καθ'ης - απέβλεπε σ' αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Η διακρίβωση της κατά το χρόνο της σύναψης της δικαιοπραξίας «υποτιθέμενης» βούλησης των μερών (και Ιδίως της καθ' ης), συνάγεται με βεβαιότητα από τα περιστατικά όπως αυτά καταδεικνύονται από την επί σειρά ετών συμπεριφορά των Τραπεζών ήτοι, τη διαχρονική πλέον πρακτική της μονομερούς και άνευ διαπραγμάτευσης επιβολής -άκυρων ως επί το πλείστον-ΓΟΣ χωρίς τους οποίους οι Τράπεζες αρνούνται να συμβληθούν με τους δανειολήπτες Περαιτέρω, η «υποτιθέμενη» βούληση της καθ' ης συνάγεται και από το σκοπό που επιδιώκει που δεν είναι άλλος από το εμπορικό κέρδος. Στην προκείμενη μάλιστα περίπτωση, δεν απαιτείται καν να αναζητηθεί η κατά το χρόνο της κατάρτισης υποθετική βούληση των μερών, δηλαδή η βούληση που θα είχε ο αιτών αν γνώριζε την ακυρότητα του μέρους της σύμβασης, γιατί απλά η βούληση δεν είναι υποθετική, αλλά βεβαία. Αυτή (βούληση) προκύπτει από τη   διαχρονική πρακτική των συνθηκών υπό τις οποίες οι τράπεζες συμβάλλονται με τους καταναλωτές. Κατά συνέπεια ολόκληρη η ένδικη σύμβαση επί της οποίας ερείδεται η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, είναι άκυρη, αφού είναι βέβαιο ότι η καθής δεν θα προχωρούσε στην σύναψη της χωρίς τους ΓΟΣ που κρίθηκαν κατά τα ανωτέρω άκυροι.

Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης εδώ

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Επαγγελματικά δάνεια. Απόφαση 13/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών


Ανακοπή κατά διαταγής  πληρωμής από σύμβαση τραπεζικής πίστωσης για ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις.

- Οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 εφαρμόζονται ευθέως ή κατ' αναλογία κατά τον έλεγχο των τραπεζικών ΓΟΣ και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο πελάτης συναλλάσσεται με την Τράπεζα στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή και της εμπορικής του ιδιότητας, αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια εις βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη της Τράπεζας.

- Καταναλωτής θεωρείται και ο εγγυητής σε σύμβαση με την οποία χορηγείται πίστωση σε έμπορο από Τράπεζα για να καλύψει τις χρηματικές ανάγκες του ως τελικός αποδέκτης υπηρεσιών για να τις καταναλώσει και όχι να τις προσφέρει περαιτέρω με αντάλλαγμα και όταν συνάπτει συναλλαγές που είναι βοηθητικές για τη συγκεκριμένη εμπορική του δραστηριότητα . Ο έλεγχος που επιβάλλει ο νόμος 2251/ 1994 έχει σκοπό την προστασία του καταναλωτή, ως τέτοιου νοουμένου όχι μόνο του πελάτη της Τράπεζας, ο οποίος είναι ο πιστολήπτης, αλλά και του εγγυητή του, ο οποίος δεν είναι πελάτης και συνεπώς αποδέκτης των υπηρεσιών της Τράπεζας, διότι, ενόψει της φύσης της εγγύησης ως παρεπόμενης της πίστωσης σύμβασης και της άρνησης των Τραπεζών να καταρτίσουν τη σύμβαση παροχής πίστωσης αν η εγγύηση δεν προσλάβει το περιεχόμενο που αυτές προτείνουν, καθίσταμαι αντιφατικό να μην έχει και ο εγγυητής την ιδιότητα του καταναλωτή.

- Τα αποσπάσματα και τα φωτοαντίγραφα από τα εμπορικά βιβλία της τράπεζας για να αποτελούν πλήρη απόδειξη, πρέπει να περιέχουν και να αναφέρουν το ποσό των τόκων και το επιτόκιο, ήτοι χωριστά το ποσό των συμβατικών και το επιτόκιο υπολογισμού αυτών και χωριστά των τόκων υπερημερίας και το επιτόκιο υπολογισμού αυτών, ώστε να προκύπτουν αναλυτικά οι χρεώσεις και να μπορεί αυτές να ελεγχθούν για την ορθότητά τους από τον πελάτη. Τα αποσπάσματα από τα βιβλία της τράπεζας πρέπει κατ' ελάχιστο περιεχόμενο να περιέχουν τα ανωτέρω στοιχεία (ποσά των τόκων και το επιτόκιο, ήτοι χωριστά το ποσό των συμβατικών και τo επιτόκιο υπολογισμού αυτών και χωριστά των τόκων υπερημερίας και το επιτόκιο υπολογισμού αυτών).

- Όταν ο λόγος της ανακοπής συνίσταται  σε έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης για την έκδοση της διαταγής, δηλαδή ο λόγος της ανακοπής έχει αρνητικό χαρακτήρα, αρκεί για το ορισμένο αυτού να προκύπτει η ελλείπουσα νόμιμη προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής .

- Αν ο λόγος της ανακοπής είναι τυπικός όπως συμβαίνει με αυτόν της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και του ποσού αυτής τότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ' αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής.

- Ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει, στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/ 1994. Με το να υπολογίζεσαι το επιτόκιο σε 360 ημέρες ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό γνήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Όταν η τράπεζα διασπά εντελώς τεχνητά και κατ’ αποκλεισμό των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (έτος| στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργεί μια πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή - δανειολήπτη, ο οποίος πλέον (όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση το έτος 360 ημέρες) για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με κατά 1,3889% περισσότερους τόκους. Το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα και κατ επιταγή της Κοινοτικής Οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΎΑ 21-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β" 255/8.3.2001) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον κατ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου.

- Δεν είναι νόμιμος ο ανατοκισμός της εισφοράς του Ν. 128/1975  και τούτο γιατί, τόσο κατά το προϊσχύσαν (βλ άρθρο 8 περ. 6 Ν 1083/1980 και υπ’ αριθμ. 289/1980 απόφαση της νομισματικής επιτροπής) όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 12 Ν 2601/1998, άρθρο 30 Ν 2783/2000, άρθρο 47 Ν 2783/2000, άρθρο 42 Ν 2912/2001 και άρθρο 39 Ν 3259/2004), ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι των φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών, ενώ κάθε αντίθετη σύμβαση είναι αντίθετη στις παραπάνω διατάξεις και ελέγχεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 174, 178, 179 του ΑΚ.


Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης εδώ

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Διαταγή πληρωμής από σύμβαση τραπεζικού δανείου κατά προσώπου που απεβίωσε πριν την έκδοσή της


Η περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά περισσότερων προσώπων, μεταξύ αυτών και προσώπου που έχει αποβιώσει πριν την έκδοσή της. Ανύπαρκτη διαταγή πληρωμής. Επανέκδοση κατά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων κατά το λόγο της κληρονομικής  μερίδας τους  ως κληρονόμοι του Εγγυητού ή του Πιστούχου στη σύμβαση δανείου. Πότε η αίτηση για την έκδοσή της είναι απαράδεκτη κατ άρθρο 626 Κ.Πολ.Δ. Ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62,68 και 73 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την ύπαρξη των προβλεπομένων από το νόμο διαδικαστικών προϋποθέσεων και συγκεκριμένα αν ο ενάγων και o εναγόμενος έχουν την ικανότητα να είναι υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, καθώς και αν αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά ή παθητικά. Επί τη βάσει τούτων, αν πρόκειται περί αγωγής ή αιτήσεως γενικά προς παροχή εννόμου προστασίας, η οποία ασκείται ή απευθύνεται κατά ανύπαρκτου (φυσικού ή νομικού) προσώπου, η διαδικαστική πράξη είναι ανυπόστατη, όπως και η εκδιδόμενη απόφαση (688/2007 Εφ.Θεσσαλ. (460400).

Περαιτέρω, εφόσον πριν την κατάθεση της αίτησης το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται είχε αποβιώσει δεν νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά εφόσον το εν λόγω φυσικό πρόσωπο είναι ανύπαρκτο και ως εκ τούτου δεν δύναται να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αφού είχε προαποβιώσει, αλλά οι κληρονόμοι του  κατά τα προσδιοριζόμενα  ποσοστά (πρβλ. ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, 3891/2001 ΠΠρΠειρ. (310424), 1260/1997 ΕφΘεσσαλ Αρμ. 1997.784, 1248/1997 ΠΠρΑθ Αρμ 1999.524).

Αν, κατά το χρονικό διάστημα πριν την υποβολή της αίτησης αλλά και  μέχρι την έκδοση της  διαταγής πληρωμής, ένα εκ των συμβαλλόμενων στη σύμβαση δανείου προσώπων αποβιώσει, η εν λόγω διαταγή πληρωμής καθίσταται ως προς το πρόσωπο αυτό ανύπαρκτη, εφόσον κατά το χρόνο έκδοσης της ήταν πλέον ανύπαρκτο πρόσωπο αφού είχε προαποβιώσει, κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου κατά συγκεκριμένα ποσοστά. Μετά από το θάνατο προσώπου που συμβάλλεται σε σύμβαση δανείου, η Τράπεζα προκειμένου να διεκδικήσει την αξίωση της εκ της  πίστωσης και τους κληρονόμους, οφείλει να υποβάλει νέα αίτηση (και) κατά των κληρονόμων στο αυτό δικαστήριο προς έκδοση και σε βάρος τους, διαταγής πληρωμής υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα τους.

Οι λόγοι για αυτό γίνονται αντιληπτοί στο παράδειγμα που ακολουθεί:

Περίπτωση 1η (Μετά από το θάνατο της Α, πιστούχου σε σύμβαση δανείου, η Τράπεζα προκειμένου να διεκδικήσει την αξίωση της εκ της πίστωσης και τους κληρονόμους της, υποβάλει νέα αίτηση που με αποτέλεσμα την έκδοση νέας διαταγής πληρωμής): Έστω ότι η Α κληρονομήθηκε από την αδελφή της Β και τον πατέρα της Γ σε ποσοστά ½ ο κάθε ένας. Έστω ότι η Β παντρεύεται τον Χ με τον οποίο αποκτά το τέκνο Ψ και στη συνέχεια αποβιώνει, κληρονομηθείσα εξ αδιαθέτου από τους Χ και Ψ κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας τους ως κληρονόμοι τής πιο πάνω Πιστούχου στη σύμβαση, ως εξής: ο Χ κατά ποσοστό ¼ ως κληρονόμος της Β στην πιο πάνω σύμβαση + 2/16 ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ποσοστού που κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας της η Β κληρονόμησε από την προαποβιώσασα αδελφή της Α ως κληρονόμος της στην ιδία σύμβαση, και ο Ψ κατά ποσοστό  ¾ ως κληρονόμος της Β στην πιο πάνω σύμβαση + 6/16 ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ποσοστού που κατά  το λόγο της κληρονομικής μερίδας της η Β κληρονόμησε από την προαποβιώσασα αδελφή της Α ως κληρονόμος της στην ιδία σύμβαση.

Περίπτωση 2η (Μετά από το θάνατο της πιστούχου Α, η Τράπεζα εμμένει στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής προκειμένου να διεκδικήσει την αξίωση της και δεν υποβάλει νέα αίτηση): Η Β που παντρεύτηκε τον Χ με τον οποίο απόκτησε το τέκνο Ψ και στη συνέχεια απεβίωσε, κληρονομηθείσα εξ αδιαθέτου από τους Χ και Ψ κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας τους ως κληρονόμοι της, ο Χ θα την κληρονομήσει κατά ποσοστό ¼ ως κληρονόμος στην πιο πάνω σύμβαση και ο Ψ κατά ποσοστό  ¾ ως κληρονόμος της στην πιο πάνω σύμβαση.

Με  βάση  αυτά,  πρέπει να τονιστεί  περαιτέρω, ότι  η  αίτηση   για  την έκδοση διαταγής πληρωμής (και) κατά προσώπου που συμβλήθηκε στη σύμβαση δανείου και στη συνέχεια απεβίωσε δεν είναι ορισμένη από πλευράς απαιτήσεως της αιτούσας Τράπεζας, όταν δεν εξιστορούνται τα παραγωγικά της απαιτήσεως πραγματικά γεγονότα, γεγονός που καθιστά την αίτηση απαράδεκτη, αφού για την απαίτηση και το ορισμένο ποσό χρημάτων, πρέπει να γίνεται  μνεία της έννομης σχέσης, από την οποία απορρέει η απαίτηση και το ορισμένο, καθώς και των πραγματικών περιστατικών με τα οποία προσδιορίζεται ο γενεσιουργός λόγος της απαίτησης (Βαθρακοκοίλης 626 ΚΠολΔ , σελ 826). Εφόσον η αίτηση δεν στρέφεται  (και) κατά των κληρονόμων υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα τους, παραλείπεται η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που  εξατομικεύουν την απαίτηση, υπό την άποψη του αντικειμένου, του είδους και του τρόπου γένεσης της (πρβ ΑΠ 54/90 Δνη 32/62).  Η αναγραφή των άνω στοιχείων επιβάλλεται με ποινή απαραδέκτου της αίτησης και καθόσον αφορά το από τον καθένα  από  τους καθών  αιτούμενο ποσό, όπως  την επιβάλλουν τα άρθρα  624 παρ. 1,  626 παρ.  2γ  και  630 γ  του Κ.Πολ.Δ., ενόψει ιδίως  των διαλαμβανομένων  σ` εκείνων ότι το πρόσωπο που απεβίωσε , συμβαλλόμενος στην αρχική σύμβαση πέθανε  και κληρονομήθηκε από τους καθών, κατά το λόγο  της κληρονομικής τους μερίδας ως κληρονόμοι του της ίδιας σύμβασης, ήτοι κατά το ποσοστό τους εξ αδιαθέτου για το σύνολο των ποσών της πληττόμενης διαταγής πληρωμής.

Πρέπει για αυτό η διαταγή πληρωμής να ακυρώνεται για έλλειψη της αντίστοιχης κατά το άρθρο 626  Κ.Πολ.Δ. προϋποθέσεως προς  έκδοσής της.

Ολόκληρο το κείμενο ως λόγος ανακοπής εδώ

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Τραπεζικά και εξωτραπεζικά επιτόκια. Συμφωνία για τόκους πάνω από τα θεμιτά όρια είναι άκυρη ως προς το υπερβάλλον.


Στόχος  της απελευθέρωσης των τραπεζικών επιτοκίων είναι η - λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών - συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω. Σκοπός, της απελευθέρωσης των τραπεζικών επιτοκίων και του συνακόλουθου ανταγωνισμού, είναι η συμπίεση του κόστους του χρήματος προς όφελος των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα.
Το γεγονός ότι τα πιστωτικά ιδρύματα απολαύουν ειδικών προνομίων από την Πολιτεία, καθώς μέσω αυτών ασκείται η πιστοληπτική πολιτική του Κράτους, δεν νομιμοποιεί αυτά να ασκούν τα δικαιώματά τους υπερβαίνοντας τα ανεκτά όρια που θέτουν τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικός σκοπός της θέσπισης των ειδικών αυτών προνομιακών δικαιωμάτων τους. Αλλά αντίθετα τούτα (τα πιστωτικά ιδρύματα) λόγω του θεσμικού τους ρόλου, επιβάλλεται να έχουν ιδιαίτερη ηθική και νομική υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων των δανειζόμενων πολιτών ιδίως δε όταν αυτοί έχουν και την ιδιότητα του καταναλωτή κατά τις διατάξεις του Ν 2251/1994.
Η διατήρηση των τραπεζικών επιτοκίων κατά πολύ υψηλότερων των εξωτραπεζικών, φανερώνει ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός δεν λειτουργεί. Προς τούτο η «διορθωτική» παρέμβαση της Δικαιοσύνης, με τη συνεκτίμηση των ευρύτερων συνθηκών και των ισχυόντων εξωτραπεζικών επιτοκίων, νομίμως λειτουργεί συμπληρωματικά προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταξύ των Τραπεζών για την πραγματοποίηση του πραγματικού σκοπού της απελευθέρωσης. 
Αφού οι υφιστάμενες νομισματοπιστωτικές συνθήκες, που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των εξωτραπεζικών επιτοκίων, δεν επιδέχονται υπερβάσεις στις μικρότερες σε έκταση και σημασία εξωτραπεζικές συναλλαγές, δεν μπορούν για μείζονα λόγο να τις ανεχθούν στις τραπεζικές. Η συμφωνία, συνεπώς, για τόκους πάνω από τα κατά τον παραπάνω τρόπο προσδιοριζόμενα θεμιτά όρια είναι άκυρη ως προς το υπερβάλλον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 294 του Αστικού Κώδικα.

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Καταγραφή της ταχύτητας των οδικών οχημάτων μέσω συστήματος φωτογραφικού radar τοποθετημένου επί οχήματος


Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου που αναφέρονται στον τρόπο  λειτουργίας του συστήματος καταγραφής της ταχύτητας οδικών οχημάτων με φωτογραφικό radar τοποθετημένου επί οχήματος, η αυτοματοποιημένη λειτουργία τους περιγράφεται ως εξής: «Το μυστικό αυτοκίνητο της Τροχαίας προχωρά στον δρόμο με ταχύτητα που αναγράφεται στην ψηφιακή οθόνη του οχήματος. Είναι πάντα μικρότερη του ορίου ταχύτητας, που ισχύει σε κάθε τμήμα της Οδού. Εστιάζει αυτόματα. Από τη στιγμή που στην Αττική Οδό ή σε οποιαδήποτε άλλη οδική αρτηρία της χώρας κάποιο ΙΧ προσπεράσει από αριστερά το αυτοκίνητο αυτό, το ηλεκτρονικό του σύστημα βγάζει αμέσως στο καντράν την ταχύτητα με την οποία κινείται το ΙΧ. Μόλις ξεπερασθεί το όριο ταχύτητας τουλάχιστον κατά τριάντα χιλιόμετρα, ο φακός αρχίζει να δουλεύει αυτόματα. Εστιάζει με τη βοήθεια ραδιοκυμάτων, τα οποία «ξεπηδάνε» από άλλο σύστημα, κρυμμένο πίσω από την μπροστινή πινακίδα κυκλοφορίας. Έτσι αυτόματα φωτογραφίζεται ολόκληρο το πίσω μέρος του αυτοκινήτου, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της πινακίδας, που ενδιαφέρει πάνω απ όλα. Ο οδηγός φεύγει, χωρίς να έχει καταλάβει τίποτε». (πηγή)

Προκειμένου να βρεθούν τα στοιχεία ταυτότητας του ιδιοκτήτη  του οχήματος, διενεργείται έλεγχος μέσω  του Τερματικού της  Υπηρεσίας που βεβαίωσε την παράβαση. Μετά από μήνες, ο ανυποψίαστος  ιδιοκτήτης του οχήματος  καλείται από το Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του να δηλώσει αν την ημερομηνία της παράβασης το όχημα οδηγούσε ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο, το οποίο εν συνεχεία καλείται να υποδείξει, αλλιώς η παράβαση καταλογίζεται σε αυτόν. Ακολουθεί η κατ’  άρθρο 4 της 21504/2601-11/4/207 KΥA επίδοση της κλήσης. Στη συνεχεία εκδίδεται απόφαση αφαίρεσης της άδειας οδήγησης του παραβάτη, εφόσον η υπέρβαση της ταχύτητας επιβάλει την αφαίρεσή της.