alampasis@gmail.com

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Απόφαση 99/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών: Η εκκρεμοδικία στη δίκη της ανακοπής


Οι ανακόπτοντες, με την ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που δημοσιεύω, και για τους λόγους που ειδικότερα εκτέθηκαν σε αυτήν, ζήτησαν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής  του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης τράπεζα, ποσό πλέον τόκων και εξόδων ως κατάλοιπο οριστικώς κλεισθέντος ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, καθώς και  της αντίστοιχης επιταγής προς πληρωμή, επί τη βάσει της οποίας επισπεύδεται εις βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση.

Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε απαραδέκτως και είναι άκυρη λόγω υφιστάμενης εκκρεμοδικίας διότι η συζήτηση κατά την ημερομηνία της  αιτήσεως για της έκδοσή της έγινε μετά την άσκηση  της τακτικής αγωγής τους σε βάρος της καθ' ης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ και στηρίζεται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία και η συζήτηση της οποίας εκκρεμεί για την προσδιορισθείσα δικάσιμο στο ως άνω δικαστήριο.

Το δικαστήριο είπε ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 221 παρ. 1 στοιχ. α και 222 παρ. 1 ΚΠολΔ η κατά το άρθρο 215 παρ. 1 του ίδιου κώδικα η κατάθεση της αγωγής συνεπάγεται εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση της οποίας και κατά τη διάρκεια της δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου νέα δίκη για την ίδια διαφορά, με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Ο όρος «επίδικη διαφορά» στο άρθρο 222 ΚΠολΔ σημαίνει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων θεμελιώνεται η αγωγή και της διάταξης του νόμου, από την οποία απορρέει το προστατευτέο δικαίωμα, ενώ ταυτότητα προσώπων υπάρχει όταν και στις δύο δίκες οι διάδικοι είναι τα αυτά πρόσωπα, με την έννοια ότι το δεδικασμένο από την απόφαση της πρώτης δίκης να δεσμεύει και τους διαδίκους της ίδιας επίδικης διαφοράς της δεύτερης δίκης, ανεξαρτήτως της μεταλλαγής της δικονομικής ιδιότητας αυτών σε κάθε μία δίκη (ΑΠ 88/2015, ΑΠ 139/2010, ΑΠ 1658/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εκ των ως άνω έπεται ότι για να υπάρχει εκκρεμοδικία πρέπει οι δύο δίκες να ταυτίζονται πλήρως, να έχουν δηλαδή το ίδιο αντικείμενο ή το αντικείμενο της πρώτης να είναι ευρύτερο εκείνου της δεύτερης, οπότε η δεύτερη είναι, κατά λογική αναγκαιότητα, περιττή. Αντίθετα, αν οι δυο δίκες δεν ταυτίζονται πλήρως είτε γιατί έχουν διαφορετικό αντικείμενο είτε γιατί το αντικείμενο της δεύτερης είναι ευρύτερο εκείνου της πρώτης, τότε η δεύτερη δίκη δεν είναι περιττή, αφού με αυτήν ζητείται διαφορετική ή μείζων προστασία απ' ότι ζητήθηκε με την πρώτη (ΑΠ 139/2010, ΑΠ 1716/2009, ΑΠ 908/2007ΠΝΠ ΝΟΜΟΣ). 

Περαιτέρω, από τις ίδιες άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της ενστάσεως εκκρεμοδικίας απαιτείται και ταυτότητα αιτημάτων των εκκρεμών δικών, η οποία (ταυτότητα) δεν υπάρχει, και συνεπώς δεν θεμελιώνεται εκκρεμοδικία, όταν το αντικείμενο της μιας δίκης αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της άλλης (ΑΠ 1716/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 623,626 παρ. 1 α, 2, 628 παρ. Ια, 629 εδ. α, 632 παρ. Ια και 633 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύριο αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι το έγκυρο ή μη της εκδόσεως της τελευταίας, ενώ η κρίση για την ύπαρξη της απαίτησης, της οποίας έχει διαταχθεί η πληρωμή, αποτελεί απλώς προδικαστικό ζήτημα (άρθρ. 331 ΚΠολΔ) της κύριας κρίσεως (ΑΠ 1343/2004, ΕφΑθ 2649/2009, ΕφΠατρ 834/2008, ΕφΑθ 1746/2007, ΕφΑθ 33/2006, ΕφΘεσ 1910/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και Ποδηματά ό.π„ άρθρ. 633, σημ. 7, σελ. 1194, ότι κύριο μεν ζήτημα είναι η ύπαρξη του  δικαιώματος ακυρώσεως της διαταγής, προδικαστικό δε η διάγνωση της ανυπαρξίας τη απαίτησης, ήτοι αντικείμενο της δίκης σχετικά με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής είναι όχι η διάγνωση της ουσιαστικής βασιμότητας της αξίωσης αλλά μόνο ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής  κατά το χρόνο έκδοσής της στην έκταση που προσδιορίζεται από τους λόγους της ανακοπής και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εκκρεμοδικίας όταν με την ανακοπή ελέγχεται η νομότυπη έκδοση της διαταγής πληρωμής, έστω και αν ο ανακόπτων με κάποιον από τους λόγους της ανακοπής του βάλλει κατά της ύπαρξης της  απαίτησης, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει στις δύο υποθέσεις πλήρης ταυτότητα διαφοράς, όπως απαιτεί η προαναφερθείσα διάταξη του αρ. 222 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1752/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 133/2008 ΤΝΓΙ ΝΟΜΟΣ). Ομοίως, κατά τη διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, κύριο αντικείμενο της δικής επί της ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι το κύρος της πράξης της εκτέλεσης της οποίας ζητείται η ακύρωση, ενώ η ισχύς και το μέγεθος της απαίτησης, της οποίας επιτάσσεται η πληρωμή, όταν αμφισβητείται με την ανακοπή, είναι απλώς προδικαστικό ζήτημα του κυρίου τούτου ζητήματος (ΑΠ 1329/2014, ΑΠ 5/2003, ΕφΑθ 7369/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από τη διατύπωση και την έννοια της διάταξης του άρθρου 249 εδ. α ΚΠολΔ, που έχει θεσπισθεί για να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα, ώστε να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς και η κατά ταυτόσημο τρόπο επίλυση αυτής ή αξιώσεων που γενεσιουργό αιτία έχουν την (ήδη παραλλήλως κρινομένη ενώπιον άλλου δικαστηρίου) διαφορά αυτή και εντεύθεν να διασφαλιστεί το κύρος της δικαιοσύνης αλλά και για την οικονομία της δίκης (Μακρίδου σε Κεραμέα/ΚονδύληΙΝίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος Ι, έκδοση 2000, άρθρ. 249, σελ. 522, 523), όταν η ένσταση της εκκρεμοδικίας αργεί, διότι δεν πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 222 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς, όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των αυτών ή διαφόρων προσώπων (ΕφΑθ 673/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), Ιδίως όταν υφίσταται δεσμός προδικαστικότητας μεταξύ των δύο δικών, ήτοι όταν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η επίλυση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην ασφαλέστερη διάγνωσή του, με την εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων, την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και τη διαφύλαξη της ενότητας της νομολογίας (ΑΠ 960/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Τούτων δοθέντων,  ο λόγος αυτός  της ανακοπής κρίθηκε απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι μεταξύ άλλων  η έλλειψη εκκρεμοδικίας δεν περιλαμβάνεται στις από τη διάταξη του άρθρου 624 ΚΠολΔ προβλεπόμενες αρνητικές διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έγκυρη έκδοση διαταγής πληρωμής αφού, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, αντικείμενο της  αίτησης δεν είναι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης της αιτούσας, αλλά μόνον ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό, ανεξάρτητα από την αυθεντική διάγνωση της σχετικής αξίωσης, οπότε και δε νοείται ως προς την υποβολή της αίτησης απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας από προηγούμενη άσκηση αγωγής, η οποία, εξάλλου, δεν αναιρεί το  έννομο συμφέρον της δικαιούχου της απαιτήσεως καθ' ης να εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο.

Περαιτέρω, όμως, κρίθηκε ότι, από τα διαλαμβανόμενα στον ανωτέρω λόγο ανακοπής αλλά και από την παραδεκτή κατά το στάδιο της εκδίκασης της υποθέσεως  επισκόπηση της επικαλούμενης αγωγής προέκυψε ότι στο δικόγραφο αυτής σωρεύονται, μεταξύ άλλων, αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας επιμέρους όρων της επίδικης σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των προσθέτων αυτής πράξεων ως καταχρηστικών και κατ' επίκληση του άρθρου 181 ΑΚ των συναφθεισών δικαιοπραξιών στο σύνολό τους και διαπλαστική αγωγή, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αναπροσαρμογής της συναφθείσας σύμβασης και δη διαγραφής μέρους του καταλοίπου του λογαριασμού. Έτσι, κρίθηκε  ότι, παρότι δεν τίθεται ζήτημα εκκρεμοδικίας, τη συνδρομή των προϋποθέσεων της οποίας, ως αρνητικής διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης, δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το παρόν Δικαστήριο (ΕφΑθ 7840/1995 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Μακρίδου σε Κεραμέα/ΚονδύληΙΝίκα ΕρμηνείαΚΠολΔ, τόμος Ι, 2000, άρθρ. 222, αριθ. 19), μεταξύ της ασκηθείσης κατά τα προαναφερθέντα αγωγής και των επίδικων ανακοπών του άρθρου 632 ΚΠολΔ και 933 ΚΠολΔ, διότι δεν υπάρχει στις δύο υποθέσεις πλήρης ταυτότητα διαφοράς, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, έστω και αν η ιστορική βάση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής ταυτίζεται εν μέρει με τους λόγους της ανακοπής που αφορούν τη βασιμότητα της απαίτησης, αφού τα αντικείμενα των δύο δικών δεν συμπίπτουν, λόγω της διαφοράς των αιτημάτων τους, καθώς κύριο αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με τις ανακοπές του άρθρου 632 ΚΠολΔ και 933 ΚΠολΔ είναι το κύρος της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και της βαλλόμενης πράξης εκτελέσεως αντίστοιχα, και όχι η διάγνωση της απαίτησης για την οποία αυτή εκδόθηκε, η οποία αποτελώντας προδικαστικό ζήτημα, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, μόνο παρεμπιπτόντως εξετάζεται από το παρόν Δικαστήριο (άρθρ. 331 ΚΠολΔ), επιβάλλεται η εφαρμογή του άρθρου 249 ΚΠολΔ για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων. Ειδικότερα, ένεκα ακριβώς του δεσμού προδικαστικότητας μεταξύ των δύο δικών αλλά και της άσκησης εν μέρει καταλυτικού διαπλαστικού δικαιώματος από τους ανακόπτοντες δια της προαναφερθείσας αγωγής, παρά τη διαφορά του αιτήματος, η δικαστική κρίση επί της ασκηθείσας από τους ανακόπτοντες ως άνω αγωγής θα έχει ως επακόλουθο τη δημιουργία δεδικασμένου και για την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ και για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ (ΑΠ 749/1995 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ήτοι το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται των ανακοπών, ενώπιον του οποίου ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 183/2011, ΑΠ 256/2011, ΑΠ 1333/2000, ΕφΠατρ 884/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), τυχόν θετική δε απόφανση περί αναπροσαρμογής της σύμβασης θα αναπτύξει διαπλαστική ενέργεια συνιστάμενη στην αλλοίωση της ουσίας της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της απόφασης, ενώ ο χρόνος έναρξης της διαπλάσεως, η οποία καταρχήν ισχύει για το μέλλον, επαφίεται στην εξουσία του επιληφθέντος Δικαστηρίου.

Για τους λόγους αυτούς, κρίθηκε σκόπιμη η αναστολή της συζητήσεως κατ' άρθρ. 249 ΚΠολΔ και το δικαστήριο  ανέβαλε  τη συζήτηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ κατά της διαταγής πληρωμής και της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της επιταγής προς πληρωμή εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η διανοιγείσα δίκη επί της αγωγής των ανακοπτόντων σε βάρος της καθ' ης ενώπιον του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.


Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης, εδώ.