alampasis@gmail.com

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Το δρόμο για τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια παίρνουν τα δάνεια σε ελβετικό Φράγκο. Αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου, για ηθική βλάβη, λόγω πεπλανημένων δικαστικών αποφάσεων (έκδοση διαταγής πληρωμής, απόρριψη ασφαλιστικών μέτρων κλπ), που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο. Προδικαστικά ερωτήματα που ο δανειολήπτης υποβάλλει. Καταγγελία προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα δάνεια σε ελβετικό Φράγκο


Η αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου για δάνεια σε ελβετικό Φράγκο, ΕΔΩ

Λόγος ανακοπής/λόγος εφέσεως/ ισχυρισμός αγωγικού δικογράφου βάσει της οδηγίας 1993/13/ΕΟΚ, που δεσμεύει τα ελληνικά δικαστήρια, και  προδικαστικά ερωτήματα (για την έκδοση προδικαστικής απόφασης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο) που ο δανειολήπτης υποβάλλει στη δίκη της ανακοπής/αναγνωριστικής αγωγής, ΕΔΩ

Η καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΔΩ

Περίληψη (μη νομική γλώσσα) 

Το κοινοτικό δίκαιο επιβάλει στα δικαστήρια των κρατών μελών να κάνουν προληπτικό και αυτεπάγγελτο έλεγχο των συμβάσεων. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επιβάλει στα ελληνικά δικαστήρια να αποτιμούν ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ (με δική τους πρωτοβουλία) κατά πόσον οι προδιατυπωμένοι όροι τραπεζικών  συμβάσεων είναι δίκαιοι και να κηρύττουν άκυρους όσους είναι καταχρηστικοί, βοηθώντας με τον τρόπο αυτό τους καταναλωτές/πολίτες.

Ο προληπτικός και αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος οφείλει να γίνεται ΧΩΡΊΣ να το ζητήσει ο δανειολήπτης. Το κυριότερο όμως  είναι ότι οφείλει να γίνεται ΠΡΙΝ την έκδοση διαταγής πληρωμής. Η διαταγή πληρωμής ΔΕΝ πρέπει να εκδίδεται αν η σύμβαση περιέχει άκυρους όρους. Αυτό ακριβώς προβλέπει και η ελληνική δικονομία.

Τα παραπάνω ισχύουν και στις δίκες της ανακοπής, της αγωγής και της έφεσης. Το κοινοτικό δίκαιο και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επιτάσσουν προληπτικό και αυτεπάγγελτο έλεγχο της σύμβασης. Αυτό σημαίνει ότι δικηγόρος του δανειολήπτη είναι ΠΡΏΤΑ το δικαστήριο. Ότι το δικαστήριο είναι εκείνο που μεριμνά για την κήρυξη των παράνομων όρων της σύμβασης  ως άκυρων • ο ρόλος του δικηγόρου, η κατάρτιση του δικηγόρου, το σωστό δικόγραφο κλπ είναι ζητήματα  δευτερεύοντα.

Προσοχή το εξής σημαντικό: Ο δικαστής οσάκις κηρύσσει την ακυρότητα  καταχρηστικού όρου σύμβασης δανείου ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να συμπληρώσει την ενλόγω σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο του άκυρου όρου, διότι αυτό ΑΝΤΙΒΑΙΝΕΙ στο κοινοτικό δίκαιο – συγκεκριμένα στο άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013. Για να το καταλάβεις θα φέρω σαν παράδειγμα τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Στα δάνεια αυτά οι τράπεζες δεν τήρησαν την υποχρέωση ενημέρωσης από την  ΠΔΤΕ 2501/2002. Βάσει αυτής οι τράπεζες είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν τους δανειολήπτες για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου. Δοθέντος ότι δεν ενημέρωναν , ο όρος των συμβάσεων των δανείων σε ελβετικό φράγκο που προβλέπει ότι «ο δανειολήπτης αναλαμβάνει ΟΛΌΚΛΗΡΟ τον κίνδυνο από την ισοτιμία» είναι ΆΚΥΡΟΣ. Συνεπώς η ζημιά είναι όλη των τραπεζών. Αν τώρα (υποθετικά) οι τράπεζες πίεζαν τη Δικαιοσύνη ώστε με δικαστική απόφαση η ζημιά να μοιραστεί (πχ 70% ζημιά στους δανειολήπτες , 30% στην Τράπεζα), αυτό ΔΕΝ θα μπορούσε να γίνει, επειδή το δικαστήριο ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΊ να τροποποιήσει τη σύμβαση. Αυτό που το δικαστήριο μπορεί ΜΟΝΟ να κάνει, είναι να ελέγξει ΑΝ Η ΣΎΜΒΑΣΗ ΜΠΟΡΕΊ ΝΑ ΣΥΝΕΧΊΣΕΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΊ ΧΩΡΊΣ ΤΟΝ ΆΚΥΡΟ ΟΡΟ (π.χ στα δάνεια σε ελβετικό δεν μπορεί η σύμβαση να σταθεί χωρίς τον άκυρο όρο). Τα παραπάνω ισχύουν για ΟΛΑ τα δάνεια.

Τι θα συμβεί στην περίπτωση που τα ελληνικά δικαστήρια δεν κάνουν αυτεπάγγελτο και προληπτικό έλεγχο της σύμβασης και εκδοθεί εναντίον σου διαταγή πληρωμής από σύμβαση που περιέχει άκυρους όρους, ή σου απορριφθεί αγωγή/ανακοπή/έφεση/ασφαλιστικά, επειδή το δικαστήριο δεν έλεγξε τη σύμβαση. Αν λοιπόν δεν προηγηθεί δικαστικός έλεγχος και μπεις σε δικαστική ταλαιπωρία (δικηγόροι, δίκες, έξοδα κλπ) , ή ακόμα χειρότερα αν χάσεις το σπίτι σου από σύμβαση που περιέχει άκυρους όρους, τότε βάσει ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΊΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΎ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ΔΙΚΑΙΟΎΣΑΙ ΑΠΟΖΗΜΊΩΣΗΣ ΑΠΌ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΚΡΆΤΟΣ. Για πράξεις και παραλείψεις των δικαστηρίων ευθύνεται το ελληνικό κράτος.

Σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω περιπτώσεις δικαιούσαι να κάνεις αγωγή στο ελληνικό δημόσιο. Η αγωγή πάει στα διοικητικά δικαστήρια. Στο τέλος της διαδικασίας η υπόθεση θα κριθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Αν η αγωγή σου απορριφθεί (στο σύνολό της ή εν μέρει) τότε δικαιούσαι να πας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Ελλάδα υποχρεούται να σε αποζημιώσει αν προσβλήθηκε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας (π.χ έχασες σπίτι ή λεφτά σε δικηγόρους και δικαστήρια, επειδή δεν έγινε προληπτικός και αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος σύμβασης δανείου που περιέχει άκυρους όρους). Για παράδειγμα, με την απόφαση Dulaurans κατά Γαλλίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποχρέωσε το γαλλικό Δημόσιο να καταβάλει στον προσφεύγοντα 100.000 γαλλικά φράγκα για την υλική και ηθική βλάβη και 50.000 γαλλικά φράγκα για έξοδα και δαπάνες, για τις ζημίες που υπέστη ο ζημιωθείς πολίτης προκληθείσες από πεπλανημένες δικαστικές αποφάσεις.

Νομική ανάλυση

- Το δρόμο για τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια παίρνουν τα δάνεια σε ελβετικό Φράγκο.

- Αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου, ύψους 180.000 Ευρώ, για  ηθική βλάβη (α) λόγω της απώλειας ακινήτου δανειολήπτη από δάνειο σε ελβετικό Φράγκο, και (β) για τον μακροχρόνιο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα που ξεκίνησε, λόγω  πεπλανημένων δικαστικών αποφάσεων της ελληνικής Δικαιοσύνης (έκδοση διαταγής πληρωμής, απόρριψη ασφαλιστικών μέτρων κλπ),  που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

- Λόγος ανακοπής/λόγος εφέσεως/ ισχυρισμός αγωγικού δικογράφου βάσει της οδηγίας 1993/13/ΕΟΚ, που δεσμεύει τα ελληνικά δικαστήρια.

- Προδικαστικά ερωτήματα που ο δανειολήπτης υποβάλλει στη δίκη της ανακοπής/αναγνωριστικής αγωγής. Προδικαστικά ερωτήματα με την αγωγή/έφεση/αναίρεση στην αποζημιωτική αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου στα διοικητικά δικαστήρια.

- Καταγγελία προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με θέμα: Παραβίαση των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, λόγω  ευνοϊκής μεταχείρισης των ελληνικών συστημικών τραπεζών από  τα εθνικά  δικαστήρια, με έκδοση αποφάσεων (υπέρ των τραπεζών) που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδίδονται κατά προφανή αντίθεση προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας καταναλωτών).

Ιστορικό

Καταναλωτής δανείστηκε από ελληνική τράπεζα με  σύμβαση στεγαστικού δανείου ελβετικού Φράγκου για την αγορά επαγγελματικού ακινήτου στο Βόλο. Ο πολίτης  δανείστηκε 182.000 ευρώ , καταβάλλοντας έως την ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης  36.000 ευρώ, ενώ την ημερομηνία της καταγγελίας της σύμβασης η τράπεζα  αξίωνε  το συνολικό ποσό των 230.000 ευρώ! Η τράπεζα ζήτησε από το Πρωτοδικείο Αθηνών την έκδοση διαταγής πληρωμής. Η διαταγή βγήκε για 230.000 ευρώ. Αμέσως ο πολίτης έκανε  ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή. Στη συνέχεια η τράπεζα  προχώρησε σε  αναγκαστική κατάσχεση. Ο πελάτης κάνει δεύτερη ανακοπή στο Βόλο (933 ΚΠολΔ).  Ζητά επίσης προσωρινή διαταγή. Στη συνέχεια με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η αξία του ακινήτου  ορίσθηκε στο ποσό 195.000 ευρώ.  Ο πολίτης κάνει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση αναστολής εκτέλεσης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) για την αναστολή εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής του  Μον. Πρωτ. Αθηνών και της  επιταγής. Ζητά επίσης προσωρινή διαταγή. Με αίτηση αναστολής εκτέλεσης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), ζητά από το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου την  αναστολή εκτέλεσης της  κατασχετήριας έκθεσης, της  έκθεσης αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου, της επιταγής προς πληρωμή και  της  επαναληπτικής περίληψης που στηρίζεται στην κατασχετήρια έκθεση. Επίσης  ζητά να του  χορηγηθεί λόγω του υφισταμένου κινδύνου και του κατεπείγοντος προσωρινή διαταγή. Με απόφαση  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών χάνει τα ασφαλιστικά μέτρα – όλοι οι ισχυρισμοί του απορρίπτονται ως… αόριστοι! Χάνει επίσης τις προσωρινές σε Αθήνα και Βόλο.  Στη συνέχεια η τράπεζα προχωρά σε έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του ακινήτου, αναγγέλλει την ληστρική  απαίτηση από τη σύμβαση δανείου σε ελβετικό Φράγκο (230.000 + τόκοι + έξοδα + αμοιβές κλπ, σύνολο 243.000 € !!!).  Στη συνέχεια η τράπεζα κοινοποιεί  περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του ακινήτου και  ζητά (από τον πολίτη)  να αποδώσει το ακίνητο (στην τράπεζα).

Ήρθε σε εμένα όταν όλα είχαν χαθεί. Κάνω αγωγή αποζημίωσης κατά της τράπεζας (θετική , αποθετική ζημία και ηθική βλάβη). Επίσης πρόσθετους λόγους ανακοπής (632 και 933 ΚΠολΔ). Και τώρα, αγωγή αποζημίωσης κατά του ελληνικού Δημοσίου,  ύψους 180.000 Ευρώ, για  ηθική βλάβη (α) λόγω της απώλειας του ακινήτου από σύμβαση δανείου σε ελβετικό Φράγκο, και (β) για τον μακροχρόνιο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα που ξεκίνησε, λόγω  πεπλανημένων δικαστικών αποφάσεων της ελληνικής Δικαιοσύνης (έκδοση διαταγής πληρωμής, απόρριψη ασφαλιστικών μέτρων κλπ),  που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, για τους εξής λόγους:

1. Για πέμπτο συνεχή χρόνο σέρνεται στα ελληνικά δικαστήρια το μέγα καταναλωτικό σκάνδαλο των δάνειων σε ελβετικό Φράγκο. Μετά από χιλιάδες αγωγές και αρκετές δικαστικές αποφάσεις που κάνουν δεκτές αγωγές (αν και ελάχιστες ποσοστιαία σε σύγκριση με τις χιλιάδες που απορρίπτονται), τα δικαστήρια διυλίζουν τον κώνωπα, μετατρέποντας σε σίριαλ ένα ζήτημα που λύνεται σε δύο γραμμές: "Βάσει της ΠΔΤΕ 2501/2002 οι τράπεζες είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν τους δανειολήπτες για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου. Συνεπώς η ζημιά είναι όλη των τραπεζών". Ωστόσο από τις αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί ΚΑΜΊΑ  δεν κάνει ρητή μνεία στην ΠΔΤΕ 2501/2002 με ρητή αναφορά στην παρ. 2 στοιχ. χϊ, που αποτελεί τον πυρήνα της υπόθεσης. Αν είχαμε δει τέτοια απόφαση θα μιλούσαμε για δικαίωση των δανειοληπτών που δανειστήκαν σε ελβετικό φράγκο. Τα παραπάνω ισχύουν και για τις Διαταγές Πληρωμής από Συμβάσεις Δανείων σε Συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου. Τα Πρωτοδικεία  εκδώσαν χιλιάδες διαταγές πληρωμής κατά δανειοληπτών, ΔΙΧΩΣ από τα έγγραφα που οι τράπεζες προσκόμισαν να προκύπτει ότι τήρησαν την υποχρέωση να ενημερώσουν τους δανειολήπτες, για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου που απορρέει από την παρ. 2 στοιχ. χϊ της ΠΔΤΕ 2501/2002.

2. Βάσει της οδηγίας 1993/13/ΕΟΚ, όπως ερμηνεύεται σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αποτιμούν ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ (με δική τους πρωτοβουλία) κατά πόσον οι τυποποιημένες ρήτρες συμβάσεων είναι δίκαιες και να κηρύττουν άκυρες όσες είναι καταχρηστικές, βοηθώντας με τον τρόπο αυτό τους καταναλωτές/πολίτες.

3. Τα κράτη μέλη οφείλουν να αποκαθιστούν τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες από παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου που τους καταλογίζονται. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η αρχή αυτή ισχύει για κάθε περίπτωση παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος, όποιο και αν είναι το όργανο του κράτους μέλους του οποίου η πράξη ή η παράλειψη προκαλεί την παραβίαση, ασχέτως του αν η ζημιογόνος παραβίαση είναι καταλογιστέα στη νομοθετική, την εκτελεστική ή τη δικαστική εξουσία (αποφάσεις Brasserie du pêcheur και Factortame, C-302/97, Konle, και Haim). Βασική προϋπόθεση που τίθεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο  για την αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε σε ιδιώτη από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από κράτος - μέλος είναι, η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου να είναι ΚΑΤΑΦΩΡΗ (υπόθεση C-424/97, Salomone Haim). Η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου είναι κατάφωρη, όταν η σχετική δικαστική απόφαση του εθνικού δικαστηρίου εκδόθηκε κατά προφανή αντίθεση προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame).

3. Στον εθνικό δικαστή απόκειται να εξακριβώσει ποιοι είναι οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες που έχουν εφαρμογή στην ενώπιόν του εκκρεμούσα διαφορά  και να πράξει ό,τι είναι δυνατό εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του, λαμβάνοντας υπόψη ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ  και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το εθνικό δίκαιο μεθόδους ερμηνείας, να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 και να καταλήξει σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή (υπόθεση C-618/10, Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino, και απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2012, C 282/10, Dominguez).

4. Η οδηγία 93/13/ΕΟΚ έχει την έννοια, ότι ο εθνικός δικαστής που επιλαμβάνεται  αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας όταν διαθέτει όλα τα προς τούτο αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία, τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περί ανάληψης από τον καταναλωτή συναλλαγματικού κινδύνου σε Συμβάσεις Στεγαστικού Δανείου σε Συνάλλαγμα Ελβετικού Φράγκου, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η ελάχιστη ενημέρωση για την δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας (παρ. 2 στοιχ. χϊ ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002). Ο δικαστής ΟΦΕΙΛΕΙ να ΑΡΝΗΘΕΊ την έκδοση Διαταγής Πληρωμής ΠΡΙΝ ακόμη ο δανειολήπτης  ασκήσει ανακοπή (υπόθεση C-618/10, Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino, ως προς τους  καταχρηστικούς όρους μιας σύμβασης δανείου στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής και τις αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου). Σύμφωνες με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ είναι και οι δικονομικές ρυθμίσεις των άρθρων 628 και  629 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που επιτάσσουν αυτεπάγγελτο και προληπτικό δικαστικό έλεγχο της απαίτησης.

5. Στον δικαστή που δικάζει την ανακοπή/αγωγή/αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απόκειται να εξακριβώσει ποιοι είναι οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες που έχουν εφαρμογή στην ενώπιόν του εκκρεμούσα διαφορά και να πράξει ό,τι είναι δυνατό εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και, ιδίως, την ελάχιστη ενημέρωση σχετικά με τη δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας (παρ. 2 στοιχ. χϊ ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002) στην περίπτωση δανείων σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος, και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το ελληνικό δίκαιο μεθόδους ερμηνείας, να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 και να καταλήξει σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή (υπόθεση C-618/10, Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino, και απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2012, C 282/10, Dominguez).

6. Το άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ΔΕΝ μπορεί να έχει την έννοια ότι παρέχει στον εθνικό δικαστή τη δυνατότητα, σε περίπτωση που διαπιστώσει την ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ τράπεζας  και καταναλωτή, όπως στην υπό κρίση περίπτωση είναι η ανάληψη από τον καταναλωτή συναλλαγματικού κινδύνου σε Σύμβαση Στεγαστικού Δανείου σε Συνάλλαγμα Ελβετικού Φράγκου, για την οποία (σύμβαση) δεν τηρήθηκε η  ελάχιστη ενημέρωση σχετικά με τη δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας (παρ. 2 στοιχ. χϊ ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002), να αναθεωρήσει το περιεχόμενο της επίμαχης ρήτρας αντί να την αφήσει απλώς ανεφάρμοστη  ως προς τον οικείο καταναλωτή. Ο δικαστής οσάκις κηρύσσει την ακυρότητα καταχρηστικής ρήτρας περιλαμβανομένης σε σύμβαση συναφθείσας  μεταξύ τράπεζας και καταναλωτή, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να συμπληρώσει την ενλόγω σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο της ρήτρας αυτής, διότι αυτό ΑΝΤΙΒΑΙΝΕΙ στο άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013 (υπόθεση C-618/10, Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino).
Κατόπιν των προεκτεθέντων, η ζημιά από την ισοτιμία Ευρώ/ελβετικού Φράγκου είναι ΟΛΗ της Τράπεζας – Δεν μπορούν τα ελληνικά δικαστήρια να αναθεωρήσουν τις συμβάσεις των καταναλωτών με τις τράπεζες, ούτε να συμπληρώσουν τη σύμβαση ΜΟΙΡΆΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΖΗΜΙΆ μεταξύ τραπεζών και καταναλωτών, διότι αυτό ΑΝΤΙΒΑΙΝΕΙ στο άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013.

7. Τα παραπάνω ισχύουν και για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: Η οδηγία 93/13 έχει την έννοια ότι, εφόσον εθνικό δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται κατ’ έφεση διαφοράς αφορώσας το καταχρηστικό ρήτρας που περιέχονται σε σύμβαση συναφθείσας μεταξύ τράπεζας και καταναλωτή, όπως εν προκειμένω τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας περί ανάληψης από τον καταναλωτή συναλλαγματικού κινδύνου σε Σύμβαση Στεγαστικού Δανείου σε Συνάλλαγμα Ελβετικού Φράγκου, για την οποία δεν τηρήθηκε η  ελάχιστη ενημέρωση σχετικά με την δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας (παρ. 2 στοιχ. χϊ ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002), το εθνικό δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία, σύμφωνα με τους εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες, να εξετάζει κάθε λόγο ακυρότητας ο οποίος απορρέει σαφώς από τα υποβληθέντα ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΣ στοιχεία και, ενδεχομένως, να χαρακτηρίζει ΕΚ ΝΕΟΥ, με γνώμονα τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τη ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ της οποίας γίνεται επίκληση. Προκειμένου δε να αποδειχθεί η ακυρότητα των ρητρών αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει,  ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ  ή ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΕΚ ΝΕΟΥ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ, τον καταχρηστικό χαρακτήρα της εν λόγω ρήτρας υπό το πρίσμα των κριτηρίων της οδηγίας 93/13 (απόφαση του της 30ής Μαΐου 2013 στην υπόθεση C 397/11, Erika Jőrös κατά Aegon Magyarország Hitel Zrt.).

8. Τι ισχύει στην περίπτωση του πελάτη μου: Η έκδοση της Διαταγής Πληρωμής και η απόρριψη των αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης και προσωρινών διαταγών  δίχως να προηγηθεί αυτεπάγγελτος και προληπτικός δικαστικός έλεγχος του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί ανάληψης από τον καταναλωτή συναλλαγματικού κινδύνου σε Συμβάσεις Στεγαστικού Δανείου σε Συνάλλαγμα Ελβετικού Φράγκο, παραβιάζει ΚΑΤΑΦΩΡΑ το κοινοτικό δίκαιο, επειδή η σχετική Διαταγή Πληρωμής και οι απορριπτικές αποφάσεις επί των  αιτήσεων αναστολής εκδοθήκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ, Brasserie du pêcheur και Factortame). Πρόκειται δλδ για πεπλανημένες δικαστικές αποφάσεις της ελληνικής Δικαιοσύνης που εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Τι δικαιούται ο πελάτης μου να κάνει

Α) Άσκησε αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου, ύψους 180.000 Ευρώ, για την ηθική βλάβη λόγω της απώλειας της περιουσίας του, πρόσθετα δε για τον μακροχρόνιο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα που ξεκίνησε λόγω  πεπλανημένων δικαστικών αποφάσεων της ελληνικής Δικαιοσύνης που εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Β) Υποβλήθηκε αίτημα αναστολής της διαδικασίας στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο και υποβολής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ρητού και τεκμηριωμένου αιτήματος του πελάτη μου με τα παραπάνω (υπό στοιχεία 2-7) προδικαστικά ερωτήματα. Τα προδικαστικά ερωτήματα  υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 177 [νυν άρθρο 267 ΣΛΕΕ] στο πλαίσιο της δίκης αποζημίωσης κατά του ελληνικού Δημοσίου, για την έκδοση προδικαστικής απόφασης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όσον αφορά την ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου περί προστασίας καταναλωτών. Τα υπό στοιχεία 2-7 προδικαστικά ερωτήματα  υποβάλλονται, καταρχήν, με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής ενώπιων του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου. Θα υποβληθούν, επίσης, με το εφετήριο στη δευτεροβάθμια δίκη καθώς και με το αναιρετήριο στην αναιρετική δίκη. [Σημείωση: Η Συνθήκη καθιερώνει την αποκλειστική αρμοδιότητα υποβολής στο ΔΕΕ προδικαστικών ερωτημάτων στα Δικαστήρια των Κρατών-μελών, ανεξάρτητα από τη δικαιοδοσία τους (πολιτικά, διοικητικά, ποινικά κα). Τα εθνικά δικαστήρια διακρίνονται σε ανώτατα, που υποχρεούνται να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα (ΑΠ, ΣτΕ, ΕλΣ), στο βαθμό που κατά κανόνα οι αποφάσεις τους δεν επιδέχονται ένδικα μέσα, και σε κατώτερα που δύνανται να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα. Τα ανώτατα είναι «Δικαστήρια υποχρέωσης» ενώ τα κατώτερα «Δικαστήρια ευχέρειας». Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ΔΕΣΜΕΥΕΙ το δικαστή, που υπέβαλλε το σχετικό ερώτημα, όπως επίσης ΚΑΙ τα ανώτερα δικαστήρια που θα επιληφθούν της υποθέσεως σε άλλο βαθμό. Αποτελεί επίσης ένα ΙΣΧΥΡΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ, αφού το ΔΕΕ δέχεται ότι αν ένα δικαστήριο προτίθεται να παρεκκλίνει από τη δοθείσα ερμηνεία, ΟΦΕΙΛΕΙ να παραπέμψει εκ νέου ερωτήματα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, οι αποφάσεις του ΔΕΕ επί προδικαστικών ερωτημάτων αναπτύσσουν κατά κανόνα ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ, υπό την έννοια ότι τόσο η ερμηνεία ενός κανόνα όσο και η κρίση για τη νομιμότητα της επίμαχης πράξης καταλαμβάνουν ΟΛΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ισχύος και εφαρμογής της.].

Γ) Υποβλήθηκε έγγραφη καταγγελία προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με θέμα: «Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, και ιδιαιτέρως των κανόνων του ανταγωνισμού, στις σχέσεις της Ελλάδας με τις τέσσερις συστημικές Τράπεζες στις οποίες χορηγείται (ατύπως) ειδικά διαφοροποιημένη μεταχείριση τους από τα εθνικά δικαστήρια, κατά τη δικαστική επιδίωξη είσπραξης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, που καθιστούν δυσχερή την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, και ιδίως του άρθρου 86 της Συνθήκης. Παραβίαση των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, λόγω  ευνοϊκής μεταχείρισης των ελληνικών συστημικών τραπεζών από  τα εθνικά  δικαστήρια, με έκδοση αποφάσεων (υπέρ των τραπεζών) που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδίδονται κατά προφανή αντίθεση προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας καταναλωτών)».

9. Τι θα συμβεί αν τα ελληνικά δικαστήρια δεν υποβάλλουν προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αποζημιωτική δίκη του πελάτη μου (κατά ελλ. Δημοσίου): Επί τυχόν παράλειψης υποβολής προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) από το εθνικό δικαστήριο που θα κρίνει σε τελευταίο βαθμό (ΣτΕ), ανοίγει ο δρόμος για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ). Παράλειψη υποβολής προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) από δικαστήριο κράτους μέλους, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, εφόσον δεν είναι αιτιολογημένη, συνιστά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ [Dhabi κατά Ιταλίας, ΕΔΔΑ (δεύτερο τμήμα), ECHR 098 (2014) 08.04.2014]

10. Τι θα συμβεί αν τα ελληνικά δικαστήρια απορρίψουν την αγωγή του πελάτη μου κατά του ελληνικού Δημοσίου, με την οποία  ζητά 180.000 ευρώ, ως ηθική βλάβη  λόγω πεπλανημένων δικαστικών αποφάσεων της ελληνικής Δικαιοσύνης που εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου:  Αν η αγωγή αποζημίωσης απορριφθεί με τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση, ανοίγει ο δρόμος για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ). Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), παρέχει τη δυνατότητα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να υποχρεώσει κράτος το οποίο προσέβαλε θεμελιώδες δικαίωμα να αποκαταστήσει τις ζημίες που υπέστη ο ζημιωθείς πολίτης προκληθείσες από πεπλανημένες δικαστικές αποφάσεις. Από τη νομολογία του εν λόγω Δικαστηρίου προκύπτει ότι μια τέτοια αποζημίωση μπορεί επίσης να χορηγηθεί όταν η προσβολή προκύπτει από το περιεχόμενο αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό (ΕΔΑΔ, απόφαση Dulaurans κατά Γαλλίας της 21ης Μαρτίου 2000, με την οποία το γαλλικό Δημόσιο υποχρεώθηκε να καταβάλει στον προσφεύγοντα, μέσα σε τρεις μήνες, 100.000 γαλλικά φράγκα για την υλική και ηθική βλάβη και 50.000 γαλλικά φράγκα για έξοδα και δαπάνες, με επιτόκιο 3,47% ετησίως μέχρι την αποπληρωμή).


Με τον παραπάνω τρόπο, το μέγα καταναλωτικό σκάνδαλο των δανείων από Συμβάσεις σε Συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου φεύγει από τα τοπικά όρια  της ελληνικής έννομης  τάξης, και πλέον άγεται ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.